Ψηφιακές ικανότητες στην ελληνική βιομηχανία κατά την 4η Βιομηχανική Επανάσταση

Οικονομική Επιθεώρηση, Μάϊος 2022, τ.1018

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

Των Άγγελου Τσακανίκα* και Δημήτρη Σταμόπουλου**

 

Όπως συμβαίνει παντού πλέον στην Ευρώπη, ο ψηφιακός και τεχνολογικός μετασχηματισμός αποτελεί μια αναπτυξιακή προτεραιότητα για κάθε οικονομία, ανεξαρτήτως του μεγέθους και της διάρθρωσής της. Η αποκαλούμενη 4η Βιομηχανική Επανάσταση (Industry 4.0) μετασχηματίζει όχι απλώς τη βιομηχανία, αλλά και ευρύτερα κάθε κλαδικό και τομεακό οικοσύστημα και συνολικά την οικονομία, καθώς μέσω των «αυτοματισμών» επαναπροσδιορίζεται η σχέση ανθρώπου-μηχανής και η φύση των θέσεων εργασίας. Οι περισσότερες χώρες έχουν υιοθετήσει εθνικά προγράμματα ώστε η βιομηχανία τους να παραμείνει διεθνώς ανταγωνιστική, να συνεχίσει να δημιουργεί σταθερές και καλά αμειβόμενες δουλειές και να διευρύνει το κοινωνικό της αποτύπωμα με περισσότερα έσοδα για τα δημόσια ταμεία.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σε ορισμένους τομείς της ψηφιακής οικονομίας, όπως τουλάχιστον αποτυπώνεται στις σχετικές μετρήσεις, παρά τις σαφείς βελτιώσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα, το επίπεδο ανάπτυξης στις ψηφιακές δεξιότητες είναι διαχρονικά πολύ χαμηλό (27η στην ΕΕ-28 για το 2020 σύμφωνα με τον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας DESI)[1], ενώ οι επιδόσεις της Ελλάδας είναι χαμηλές και στους περισσότερους από τους δείκτες που συνθέτουν τον Ευρωπαϊκό Δείκτη Δεξιοτήτων (European Skills Index) του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP), όπου αποτυπώνονται οι επιδόσεις κάθε χώρας αναφορικά με τις δεξιότητες των εργαζομένων.

Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία και επιβεβαιώνεται από διάφορες εμπειρικές έρευνες που γίνονται σε εκτεταμένα δείγματα επιχειρήσεων και όχι απλώς σε επιμέρους καλές ή επιτυχημένες περιπτώσεις ψηφιακού μετασχηματισμού. Σχετικά πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ και του Εργαστήριου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας ΕΜΠ (ΕΒΕΟ) για λογαριασμό του ΣΕΒ[2] κατέγραψε ορισμένες από τις κρίσιμες πτυχές της μετάβασης στην 4η Β.Ε. σε όρους αξιοποίησης νέων τεχνολογιών και ανάπτυξης ψηφιακών ικανοτήτων, εστιάζοντας σε ένα ευρύ δείγμα περί των 1.014 ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων, πανελλαδικά. Τα αποτελέσματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ικανοποιητικά και μάλλον εξηγούν τη χαμηλή κατάταξη της χώρας σε αυτές τις συγκριτικές αναλύσεις. Όπως φαίνεται στον Πίνακα 1, σημαντικές κατηγορίες δεξιοτήτων δεν έχουν αναπτυχθεί ή έχουν αναπτυχθεί λίγο στην πλειονότητα των επιχειρήσεων. Ακόμη και δεξιότητες κομβικής σημασίας για τη μετάβαση στην 4η Β.Ε., όπως αυτές που σχετίζονται με τη διαχείριση big data και την υιοθέτηση νέων επιχειρηματικών μοντέλων για ψηφιακά περιβάλλοντα, είναι σχεδόν απούσες στις 7 από τις 10 επιχειρήσεις.

Μια πιθανή εξήγηση για τη μη ανάπτυξη των ψηφιακών αυτών ικανοτήτων μπορεί να είναι η σχετική έλλειψη μιας «κρίσιμης μάζας» εργαζομένων με τις απαραίτητες δεξιότητες για την αξιοποίηση των ευκαιριών που δίνουν οι ψηφιακές τεχνολογίες και λύσεις της 4ης Β.Ε. Ειδικότερα, παρατηρήθηκε πως μόλις το 39% των επιχειρήσεων απάντησε πως διαθέτει εργαζομένους με αυτές τις δεξιότητες, ενώ ένα 17% φαίνεται να διαθέτει εργαζομένους που έχουν έστω και σε κάποιο βαθμό αυτές τις δεξιότητες. Αξιοσημείωτο πάντως είναι πως η αναλογία αυτή δεν φάνηκε να διαφοροποιείται ουσιαστικά σχετικά με το μέγεθος των επιχειρήσεων, καθώς μόνο οριακά υψηλότερο είναι το αντίστοιχο ποσοστό στις επιχειρήσεις άνω των 50 ατόμων σε σχέση με τις εταιρείες κάτω των 50 ατόμων (Πίνακας 2).

Ίσως όμως το πλέον ανησυχητικό εύρημα της έρευνας είναι η πρόθεση των επιχειρήσεων για επενδύσεις σε ψηφιακές τεχνολογίες. Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 3, οι επιχειρήσεις οι οποίες δήλωσαν ότι δεν διαθέτουν εργαζομένους με τις απαραίτητες ψηφιακές δεξιότητες δεν επενδύουν σε ψηφιακές τεχνολογίες και λύσεις σχετικές με την ανάπτυξη και συνεχόμενη μάθηση του ανθρώπινου δυναμικού τους. Η συντριπτική πλειονότητα (85%) φαίνεται να αδιαφορεί. Συνεπώς, δεν καταγράφεται τάση αναστροφής της κατάστασης, δηλαδή μια προσπάθεια των επιχειρήσεων να βελτιώσουν το «ψηφιακό» προφίλ τους, αλλά μάλλον αδράνεια. Αυτό το φαινόμενο εύλογα προκαλεί ανησυχία, καθώς τελικά δημιουργεί πόλους στασιμότητας στη βιομηχανία και την τοποθετεί στο περιθώριο των τεχνολογικών εξελίξεων. Δυνητικά προβληματικό επίσης είναι το ότι μία στις τρεις από όσες δηλώνουν ότι διαθέτουν εργαζομένους με ψηφιακές δεξιότητες επίσης δεν φαίνονται να επενδύουν σε σχετικές ψηφιακές λύσεις, το οποίο προβληματίζει με δεδομένη την ταχύτητα με την οποία αυτές συνεχώς αναδιαμορφώνονται.

Άρα, η έλλειψη των απαραίτητων συστηματικών επενδύσεων στις ψηφιακές δεξιότητες των εργαζομένων και στις σχετιζόμενες τεχνολογικές λύσεις είναι ένα έντονο πρόβλημα. Στην Ελλάδα εξάλλου κυριαρχούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά δεν διαθέτουν ούτε την κατάλληλη πληροφόρηση αλλά ούτε και την απαραίτητη χρηματοδότηση για την ψηφιακή αναβάθμιση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Επομένως, πρέπει να αξιοποιηθούν πόροι προς την κατεύθυνση αυτή –και το Ταμείο Ανάκαμψης είναι σαφές μια ευκαιρία– αλλά σαφώς αυτό πρέπει να συνιστά και προτεραιότητα των ίδιων των επιχειρήσεων. Εξάλλου, σε αυτό το πρόβλημα προστίθενται πλέον και οι νέες προκλήσεις λόγω της 4ης Β.Ε., όπου θα αναζητηθούν νέες δεξιότητες από τους εργαζομένους, παραδοσιακές εργασίες εκτιμάται ότι θα αυτοματοποιηθούν περισσότερο, ενώ η αγορά εργασίας ευρύτερα θα έρθει αντιμέτωπη με προβλήματα και προκλήσεις.

Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει η αγορά εργασίας στην Ελλάδα να προετοιμαστεί εγκαίρως και με τα κατάλληλα εργαλεία. Βασική επιδίωξη είναι η προσφορά γνώσεων και δεξιοτήτων ικανών να δημιουργήσουν εστίες καινοτομίας, να καλύψουν τις τεχνολογικές-επιστημονικές (STEM) ανάγκες της μεταποίησης, να στηρίξουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της παραγωγής, να ενδυναμώσουν τη συμμετοχή όλων των κοινωνικών ομάδων και να εμπλουτίσουν τις γενικές δεξιότητες (soft skills) του ανθρώπινου δυναμικού. Συνεπώς, η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώξει σαφή ανάπτυξη των δεικτών ψηφιακής ωριμότητας και των ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας, της οικονομικής απόδοσης και του ΑΕΠ, στοχεύοντας ταυτόχρονα στην επιτάχυνση των επενδύσεων για την ψηφιακή αναβάθμιση (δίκτυα, κ.λπ.), που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την υιοθέτηση πιο προηγμένων τεχνολογιών. Έτσι μπορεί σταδιακά να επέλθει η δημιουργία μιας σύγχρονης, ανταγωνιστικής και εξωστρεφούς βιομηχανίας, συνδεδεμένης με τα παγκόσμια βιομηχανικά δίκτυα και τα οικοσυστήματα της νέας οικονομίας, μέσω ενός μετασχηματισμού που αξιοποιεί τις τεχνολογίες, τα ψηφιακά εργαλεία και τις δεξιότητες της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης.

[1] Digital Economy and Society Index, DESI, https://digital-strategy.ec.europa.eu/en/policies/desi

[2]«Χαρτογράφηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, τεχνολογικών εξελίξεων και ρυθμιστικών αλλαγών. Αποτύπωση επιδόσεων και επιπτώσεων. Κατάρτιση εκθέσεων πρόγνωσης των αλλαγών σε τομείς της βιομηχανίας», ΙΟΒΕ-ΕΒΕΟ, 2018-2020. Η έρευνα όμως έγινε πριν από την πανδημική κρίση, το 2019.

Άγγελος Τσακανίκας*

*Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αν. καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ), επιστ. υπεύθυνος Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας ΙΟΒΕ.

Δημήτριος Σταμόπουλος**

** Ο Δημήτριος Σταμόπουλος είναι υπ. διδάκτωρ ΕΒΕΟ, χημικός μηχανικός ΕΜΠ.