Οικονομική Επιθεώρηση, Οκτώβριος 2021, τ.1011

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ • του Άγγελου Τσακανίκα*

 

Οι επιχειρήσεις βρίσκονται στην καρδιά της παραγωγής καινοτομίας σε μια οικονομία. Η ικανότητά τους να διεξάγουν καινοτομικές δραστηριότητες, να αλληλεπιδρούν με το εξωτερικό περιβάλλον ανιχνεύοντας και αξιοποιώντας νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες, και να αναπτύσσουν την απαραίτητη γνώση που ενσωματώνεται σε νέα προϊόντα ή διαδικασίες είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό κάθε εθνικού συστήματος καινοτομίας. Ποιες όμως είναι οι επιχειρήσεις στη χώρα μας που καλούνται να παίξουν αυτό τον ρόλο;

Δυστυχώς, το επιχειρηματικό περιβάλλον στη χώρα μας κυριαρχείται από μικρής και μεσαίας κλίμακας επιχειρήσεις –προϊόν συνήθως ατομικής ή οικογενειακής προσπάθειας– με αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα, τη φτωχή συμμετοχή σε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης και εν τέλει την ασθενική συμμετοχή σε καινοτομικές δραστηριότητες. Η ανάληψη επιχειρηματικής δράσης δυσχεραίνεται διαχρονικά από το δαιδαλώδες κανονιστικό και θεσμικό πλαίσιο, τις ανεπαρκείς υποδομές υποστήριξης και ενθάρρυνσης της νέας επιχειρηματικότητας, το πρόβλημα χρηματοδότησης και την απουσία δικτυώσεων.

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα 1, ο επιχειρηματικός ιστός της χώρας αποτελείται από μικροεπιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρήσεις που απασχολούν έως 9 εργαζομένους. Η απασχόληση στις ΜμΕ αυξήθηκε συνολικά κατά 10,7% στο διάστημα 2015-2017. Ωστόσο, αυτή η έντονη αύξηση της απασχόλησης οφείλεται αποκλειστικά στις εξαιρετικές επιδόσεις των μικροεπιχειρήσεων, οι οποίες αύξησαν την απασχόληση κατά 18,2% κατά την περίοδο αυτή. Μολαταύτα, εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι επιχειρήσεις αυτές στη συντριπτική τους πλειονότητα απασχολούν λιγότερα από τρία άτομα (2,4 άτομα κατά μέσο όρο έναντι 3,9 ατόμων, που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ) και πολλές από αυτές είναι ατομικές επιχειρήσεις με μικρές πιθανότητες επιβίωσης και μεγέθυνσης. Αντίθετα, οι υπόλοιπες κατηγορίες μικρομεσαίων επιχειρήσεων υπέστησαν μικρή κάμψη, με απώλειες απασχόλησης 2,3% στις μικρές επιχειρήσεις και 1,2% στις μεσαίες επιχειρήσεις την ίδια περίοδο, ενώ η αύξηση της προστιθέμενης αξίας των ΜμΕ ήταν επίσης υποτονική: μόλις 2,5% την περίοδο 2015-2017.

Επιπλέον, μόλις 331 επιχειρήσεις είναι μεγάλες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μεγαλύτερες και πιο εξωστρεφείς επιχειρήσεις επέδειξαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην κρίση και εμφανίζουν καλύτερες προοπτικές ανάκαμψης. Γι’ αυτό, το μικρό μέγεθος της μέσης ελληνικής επιχείρησης αντιμετωπίζεται ως βασική διαρθρωτική αδυναμία, η οποία συνδέεται τελικά με την αδυναμία της χώρας να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της.

Με βάση τα στοιχεία του ΓΕΜΗ, παρατηρείται συνεχής βελτίωση του ισοζυγίου εγγραφών/διαγραφών από το 2017 και μετά. Πιο συγκεκριμένα, ενώ το 2016 το ισοζύγιο εγγραφών/διαγραφών ήταν αρνητικό (-6.147 επιχειρήσεις), το 2017 συστάθηκαν 5.872 περισσότερες επιχειρήσεις από όσες διαγράφηκαν ενώ το 2018, το 2019 και το 2020 το ισοζύγιο ήταν 14.025, 18.876 και 23.109 αντίστοιχα (Διάγραμμα 1). Η εξέλιξη που καταγράφεται είναι θετική. Ωστόσο, η αύξηση των νέων επιχειρήσεων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι συνθήκες για το επιχειρείν είναι θετικές. Ενδεικτικά, η πλειονότητα των επιχειρήσεων που ιδρύθηκαν το 2020 ήταν για μία ακόμη χρονιά ατομικές (43%), γεγονός που υποδεικνύει ότι αρκετά από τα εγχειρήματα έγιναν διότι απλώς αναζητείται διέξοδος από την ανεργία και όχι διότι εντοπίστηκε και αξιοποιήθηκε κάποια επιχειρηματική ευκαιρία.

 

 

Επιπλέον, οι ατομικές επιχειρήσεις κατέχουν την πρώτη θέση και στις διαγραφές: Από τις επιχειρήσεις που έκλεισαν, το 49,2% ήταν ατομικές, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό ρηχή και, κατά συνέπεια, βραχύβια. Η επόμενη δημοφιλέστερη νομική μορφή νέων επιχειρήσεων είναι οι ΙΚΕ, συχνά και ως εναλλακτική των βιβλίων ελεύθερων επαγγελματιών (μπλοκάκι) που επέλεξαν αυτή τη μορφή επιχειρείν ως διέξοδο επιβίωσης, έστω και προσωρινής.

Αλλά και η πιο πρόσφατη μελέτη του Global Entrepreneurship Monitor (GEM) για την Ελλάδα (ΙΟΒΕ[2]) δείχνει ότι η χώρα καταλαμβάνει το 2019 την 1η θέση ανάμεσα στις χώρες υψηλού εισοδήματος, και μία από τις πρώτες θέσεις παγκοσμίως διαχρονικά, αναφορικά με τον δείκτη «καθιερωμένης επιχειρηματικότητας». Ο δείκτης αυτός αναφέρεται στα άτομα τα οποία δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά για τουλάχιστον 3,5 χρόνια και επομένως έχουν κατορθώσει να ξεπεράσουν ένα κρίσιμο πρώτο στάδιο επιβίωσης του εγχειρήματος. Οι πολύ υψηλές επιδόσεις της χώρας στον συγκεκριμένο δείκτη καθιερωμένης επιχειρηματικότητας συνδέονται σαφώς με την κυριαρχία της αυτοαπασχόλησης και της μικρο-επιχειρηματικότητας στη δομή του ελληνικού παραγωγικού συστήματος.

Άλλωστε, όπως επισημαίνεται, στους δείκτες που αποτυπώνουν τα κίνητρα της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης η Ελλάδα σημειώνει διαχρονικά πολύ χαμηλότερες επιδόσεις σε σχέση με τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ στην επιχειρηματικότητα ευκαιρίας, δηλαδή την επιχειρηματικότητα που αναφέρεται στην αξιοποίηση μιας επιχειρηματικής ευκαιρίας η οποία προκρίνεται ικανή είτε να οδηγήσει σε αύξηση του εισοδήματός τους, είτε να τους προσφέρει εργασιακή ανεξαρτησία, σε αντίθεση με την επιχειρηματικότητα ανάγκης. Αν και η εικόνα της Ελλάδας φαίνεται να βελτιώνεται από το 2016 και μετά, εντούτοις συνεχίζει να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ. Εξάλλου, τα περισσότερα από αυτά τα νέα εγχειρήματα παραμένουν εστιασμένα σε εσωστρεφείς τομείς, όπως η εστίαση και το λιανεμπόριο. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει τη σχετικά χαμηλή ποιότητα της νέας επιχειρηματικότητας στη χώρα και συνηγορεί στο ότι πολλές νέες επιχειρηματικές προσπάθειες ξεκινούν με αποκλειστικό γνώμονα την έλλειψη άλλων επιλογών απασχόλησης, ενώ χαρακτηρίζονται από έλλειψη καινοτομικότητας και εξωστρέφειας. Πάντως, τα τελευταία τρία χρόνια το ποσοστό νέων επιχειρηματικών προσπαθειών με προϊόντα/υπηρεσίες που απευθύνονται σε άλλες επιχειρήσεις (Β2Β) παρουσιάζει ανοδική πορεία, γεγονός που αποτελεί θετική εξέλιξη καθώς μπορεί να ενισχύσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της νέας επιχειρηματικότητας.

Τέλος, πρόσφατη εμπειρική έρευνα επισημαίνει τη σταδιακή ανάδυση ενός νέου επιχειρηματικού προτύπου που υποστηρίζεται τόσο από καθιερωμένες όσο και από νέες επιχειρήσεις έντασης γνώσης, οι οποίες βασίζονται στην εξωστρέφεια, την καινοτομία και τη συστηματική αξιοποίηση ευκαιριών (ενίοτε ευθύς εξαρχής) σε εξειδικευμένες παγκόσμιες αγορές. Η εμφάνιση αυτού του νέου προτύπου μπορεί να ερμηνευθεί εν μέρει ως αντίδραση στην οικονομική κρίση και τις αλλαγές που προκλήθηκαν στην εγχώρια αγορά, ωστόσο γίνεται σαφές ότι απέχει σημαντικά από την εσωστρέφεια και την εξάρτηση από τον κρατικό μηχανισμό της παραδοσιακής επιχειρηματικής τάξης. Ωστόσο, για να αποκτήσει την απαραίτητη δυναμική και να μετατραπεί από φαινόμενο περιορισμένης έκτασης σε τάση ικανή να επηρεάσει ουσιαστικά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επιχειρηματικότητας της χώρας απαιτείται συστηματική ενίσχυση και εκτεταμένη υποστήριξη με τη βοήθεια κατάλληλων πολιτικών (Pepelasis and Protogerou, 2018).

Κατά συνέπεια, ο εμπλουτισμός και η ενδυνάμωση του παραγωγικού και επιχειρηματικού συστήματος της χώρας με άξονα τη διευκόλυνση και την ενθάρρυνση της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων που αξιοποιούν τη γνώση και την καινοτομία, αλλά και την τεχνολογική και οργανωτική αναβάθμιση των υφισταμένων επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποτελεί μια ουσιαστική στόχευση των σχετικών μέτρων πολιτικής. Είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η επιχειρηματικότητα έντασης γνώσης δεν συνδέεται αποκλειστικά με τους κλάδους υψηλής τεχνολογίας, αλλά αφορά όλους τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία και για την άσκηση μιας ενοποιημένης ολιστικής στρατηγικής με επίκεντρο την καινοτομία στην Ελλάδα. Μια τέτοια στρατηγική περιγράφεται άλλωστε στη μελέτη «Η Ελλάδα που Μαθαίνει, Ερευνά, Καινοτομεί και Επιχειρεί: Μια ενοποιημένη συστημική στρατηγική με επίκεντρο την καινοτομία και τη γνώση και ένα πλαίσιο για την υλοποίησή της» που εκπόνησε το Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας για λογαριασμό της ΔιαΝΕΟσις και για την οποία μπορείτε να αντλήσετε περισσότερες πληροφορίες στο: https://www.dianeosis.org/wp-content/uploads/2021/02/RD_study_final.pdf.

[1] Τα δεδομένα καλύπτουν τη «μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία», δηλαδή βιομηχανία, κατασκευές, εμπόριο και υπηρεσίες, αλλά όχι επιχειρήσεις γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας ή τομείς που σε μεγάλο βαθμό δεν ανήκουν στην αγορά, όπως η εκπαίδευση και η υγεία. Οι σχετικοί ορισμοί μεγέθους: πολύ μικρές επιχειρήσεις (0-9 απασχολούμενοι), μικρές (10-49 απασχολούμενοι), μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 άτομα) και μεγάλες (250+ απασχολούμενα άτομα) .

[2] Α. Τσακανίκας, Ε. Βαλαβανιώτη, Σ. Σταυράκη, «Ετήσια Έκθεση για την Επιχειρηματικότητα 2019-2020», ΙΟΒΕ Δεκέμβριος 2020.

 

* O Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και επιστ. υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.