Χρονιά ισχυρής ανάκαμψης το 2022 για τον τουρισμό, αβεβαιότητα για το 2023

Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2022, τ.1025

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

του Άγγελου Τσακανίκα* και της Ευαγγελίας Βαλαβανιώτη**

Όπως είναι γνωστό, ο τομέας του τουρισμού είναι παραδοσιακά σύμφυτος με την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Διαχρονικά, οι θετικές εξελίξεις σε αυτό το πεδίο διοχετεύουν έμμεσες θετικές επιδράσεις στο σύνολο σχεδόν των κλάδων, ενώ ένα μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, συνδέεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τον τουρισμό. Αντίθετα, όταν οι εξελίξεις δεν είναι θετικές, δημιουργούνται κενά σε όρους απασχόλησης και αναζητούνται εύλογα άλλες πηγές εισοδήματος, που δεν είναι όμως εύκολο να δημιουργηθούν. Στόχος αυτού του σημειώματος δεν είναι να συζητηθεί αν αυτό είναι το ορθό ή όχι «μοντέλο» ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αλλά να παρουσιαστούν οι πρόσφατες τάσεις όπως προκύπτουν από τις έρευνες οικονομικής συγκυρίας που εκπονεί το ΙΟΒΕ.

Οι έρευνες αυτές εκπονούνται από το ΙΟΒΕ από το 1981 σε μηνιαία βάση με ερωτηματολόγιο σε επιχειρήσεις όλης της χώρας, με στόχο να καταγραφεί ο παλμός της αγοράς. Αποτελούν μέρος κοινού εναρμονισμένου προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Οι έρευνες γίνονται σε τέσσερις τομείς (βιομηχανία, λιανικό εμπόριο, κατασκευές, υπηρεσίες), από τους οποίους προκύπτουν και οι αντίστοιχοι επιμέρους δείκτες επιχειρηματικών προσδοκιών. Ταυτόχρονα διεξάγεται η έρευνα καταναλωτών, από την οποία προκύπτει ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Το σύνθετο αποτέλεσμα επιχειρηματικών και καταναλωτικών προσδοκιών διαμορφώνει τον συνολικό δείκτη οικονομικού κλίματος (ΔΟΚ). Ο ΔΟΚ αποτελεί έναν πολύ ικανοποιητικό πρόδρομο δείκτη για την πορεία του ΑΕΠ σε μια χώρα, καθώς συσχετίζεται ισχυρά με αυτόν. Το βασικότερο όμως πλεονέκτημά του είναι ότι είναι διαθέσιμος στις αρχές κάθε μήνα, όταν τα προσωρινά στοιχεία για την πορεία του ΑΕΠ εκδίδονται συνήθως μετά από 3-4 μήνες και οριστικοποιούνται μετά από 2 και πλέον χρόνια.

Ισχυρή αύξηση

Εστιάζοντας λοιπόν στον τουρισμό, η άνοδος της διεθνούς κίνησης στο πρώτο επτάμηνο του 2022 ήταν πολύ ισχυρή συγκριτικά με την ίδια περίοδο πέρυσι, καθώς η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση από 4,6 εκατ. το επτάμηνο 2021 κινήθηκε σε 13,3 εκατ. έναν χρόνο μετά. Την ίδια περίοδο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις (τρέχουσες τιμές) παρουσιάζουν αντίστοιχη εικόνα, καθώς αυξήθηκαν στα 8,85 δισ. από τα 3,48 δισ. ευρώ. Βεβαίως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εντυπωσιακή αυτή αύξηση είναι αποτέλεσμα και της χαμηλότερης βάσης της προηγούμενης χρονιάς, καθώς το 2022 δεν εφαρμόστηκαν ιδιαίτερα περιοριστικά μέτρα κατά της πανδημίας στην οικονομία.

Στο σημείωμα αυτό καταγράφουμε τις επιχειρηματικές προσδοκίες στην κατηγορία των Ξενοδοχείων-Εστιατορίων-Τουριστικών πρακτορείων, ως μέρος του ευρύτερου τομέα των Υπηρεσιών. Στο Διάγραμμα 1 αποτυπώνεται λοιπόν η πορεία του δείκτη από το 2013 και μετά, σε σύγκριση με το σύνολο των Υπηρεσιών. Διαπιστώνεται ότι ο σχετικός δείκτης κινείται για μεγάλο χρονικό διάστημα υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του. Γενικά, η πορεία του δείκτη είναι απολύτως συσχετισμένη με την πορεία του συνόλου των Υπηρεσιών, ένδειξη για το πόσο καθοριστικός είναι αυτός ο κλάδος για το σύνολο του ετερογενούς τομέα των Υπηρεσιών. Η σταθεροποίηση της οικονομίας, κυρίως μετά το 2016, οδήγησε σε βελτίωση των προσδοκιών. Η κατάρρευση του 2020 λόγω της πανδημίας είναι επίσης φανερή, αρκετά εντονότερη σε σχέση με άλλους κλάδους της οικονομίας, όπως είναι λογικό. Το 2022 ο δείκτης κινείται έντονα ανοδικά, ξεπερνώντας τον μακροχρόνιο μέσο όρο του, καθώς κινείται στις 124,9 μονάδες. 

 

 Βεβαίως, για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε ορθά τις σχετικές τάσεις, οι συγκρίσεις είναι προτιμότερο να γίνονται με το προ Covid επίπεδο, καθώς τόσο σε σχέση με το 2021 όσο και το 2020 όλοι οι δείκτες είναι εκ των πραγμάτων ανοδικοί. Με βάση την πορεία των δεικτών, οι σχετικοί δείκτες είναι πολύ καλύτεροι. Σαφώς, μέρος αυτής της αισιοδοξίας προκύπτει από την υπέρβαση μιας μοναδικής και δύσκολης περιόδου για όλους σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Η πανδημία μετέβαλε τη φύση των αβεβαιοτήτων και οδήγησε σε αναθεώρηση πολλών διαδικασιών – και τελικά το πόσο «ικανοποιημένος» ή όχι είναι ένας επιχειρηματίας από την πορεία της ζήτησης ενδεχομένως να αξιολογείται πλέον διαφορετικά σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Σε κάθε περίπτωση, όπως φαίνεται, το 2022 σε σχέση με το 2019 η ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες έχει εκτοξευθεί, καθώς το σχετικό ισοζύγιο από οριακά θετικό πλέον κινείται γύρω από τις +30 μονάδες. Αντίστοιχα και σε όρους απασχόλησης, το 2022 κρίνεται θετικά. Στον αντίποδα, οι τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις έχουν φέρει και τις έντονα πληθωριστικές τάσεις στο ισοζύγιο των τιμών.

Αβεβαιότητα

Στα νεότερα διαθέσιμα στοιχεία τον Οκτώβριο, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στα Ξενοδοχεία-Εστιατόρια-Τουριστικά πρακτορεία εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα, στις 119,7 μονάδες. Πάντως, γενικά ο Σεπτέμβριος είχε κινηθεί αρκετά καλά, όπως όμως και ο Οκτώβριος, καθώς οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση διαμορφώνονται στις +47 (από +32) μονάδες. Όπως είναι λογικό, η ολοκλήρωση της σεζόν οδηγεί σε πτωτικές προβλέψεις για την απασχόληση (στις -12 μονάδες ο σχετικός δείκτης), ενώ ο δείκτης των τιμών εξακολουθεί να υποδηλώνει αύξηση (στις +28 από +14 μονάδες).

Στην ερώτηση σχετικά με τον βαθμό αβεβαιότητας που επικρατεί στο οικονομικό περιβάλλον, το 70% θεωρεί ότι η μελλοντική ανάπτυξη μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα, όσο περίπου και τον προηγούμενο μήνα. Παρά την άμβλυνση της αβεβαιότητας που δημιουργούσε η πανδημία, αρκετές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να προσδιορίσουν τη στρατηγική τους στην επόμενη περίοδο, κυρίως λόγω των γεωπολιτικών αναταράξεων, αλλά και του ενεργειακού κόστους, το οποίο ενδεχομένως να απαιτεί επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας και σε κάποιο βαθμό σίγουρα αναπροσαρμογή μέρους του περιεχομένου των υπηρεσιών που προσφέρονται ή θα προσφέρονται.

Συνεπώς, ο τομέας του τουρισμού κινήθηκε εξαιρετικά ικανοποιητικά τη θερινή περίοδο και δικαιολόγησε τις αισιόδοξες προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί στις αρχές του έτους. Ωστόσο, καταγράφεται αβεβαιότητα, όχι λόγω της πανδημίας που κυριαρχούσε το προηγούμενο διάστημα αυτή τη φορά, αλλά πλέον λόγω του ενεργειακού κόστους και των γεωπολιτικών αναταραχών που οδηγούν σε αύξηση του κόστους παροχής υπηρεσιών, αύξηση των τιμών και επομένως πίεση στη ζήτηση, τόσο την εγχώρια όσο και την πολύ σημαντικότερη διεθνή ζήτηση.


* O Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και επιστ. υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.

** Η Ευαγγελία Βαλαβανιώτη είναι ερευνήτρια του ΙΟΒΕ.