Η ενίσχυση της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσω της εθνικής στρατηγικής έξυπνης εξειδίκευσης

Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2022, τ.1024

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

των Άγγελου Τσακανίκα* και Πέτρου Δήμα**

Ένα από τα διαχρονικά ζητήματα πολιτικής που βρίσκεται πάντα ψηλά στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί η αντιμετώπιση των εθνικών και περιφερειακών ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Η οικονομική και θεσμική σύγκλιση των χωρών σε πρώτο επίπεδο και δευτερευόντως των περιφερειών αποτελεί άλλωστε μια αφετηριακή συζήτηση στην ίδια τη γέννηση της ιδέας της κοινότητας. Η τρέχουσα πολιτική εστιάζει συγκεκριμένα στην οριοθέτηση και καταπολέμηση των περιφερειακών ανισοτήτων ή αλλιώς των περιφερειακών χασμάτων (regional divides) κατά μήκος της ΕΕ. Βασικό της εργαλείο στην προσπάθεια αυτή αποτελεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση περιφερειακών Στρατηγικών Έρευνας και Τεχνολογίας για την Έξυπνη Εξειδίκευση (Research and Innovation Strategies for Smart Specialization/RIS3) από τα κράτη-μέλη της ΕΕ, οι οποίες και αποτελούν μια βασική προϋπόθεση (αιρεσιμότητα) για τη χρηματοδότηση δράσεων έρευνας και καινοτομίας στα προγραμματικά πλαίσια του ΕΣΠΑ, τόσο της περιόδου 2014-2020 όσο και της περιόδου 2021-2027.

Οι στρατηγικές RIS3 χαρακτηρίζονται ως ολοκληρωμένες ατζέντες οικονομικού μετασχηματισμού, οι οποίες προσαρμόζονται στις επιμέρους ιδιαιτερότητες και την προοπτική της κάθε περιφέρειας με σκοπό να εξασφαλίσουν την αναπτυξιακή της δυναμική. Συγκεκριμένα, οι RIS3 στοχεύουν να αναδείξουν και να ενισχύσουν τα δυνατά σημεία και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της εκάστοτε περιφέρειας, διασφαλίζοντας πολιτική υποστήριξη και πηγές χρηματοδότησης για επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία, τη δημιουργία και διάχυση νέας γνώσης, την ανάπτυξη του ανθρωπίνου δυναμικού, την εξωστρέφεια και τη δικτύωση, και την ανάπτυξη ενός θεσμικού πλαισίου διασύνδεσης των δράσεων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας (ΕΤΑΚ) με την κοινωνία.[1]

Για την Ελλάδα, στο πλαίσιο της προγραμματικής περιόδου 2014-2020, εκπονήθηκαν 13 περιφερειακές RIS3 στρατηγικές από τις εκάστοτε περιφέρειες, καθώς και μια εθνική στρατηγική από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΓΕΚ).[2] Οι βασικοί άξονες των στρατηγικών αυτών περιλάμβαναν τον εντοπισμό των δραστηριοτήτων όπου παρουσιάζεται ή υπάρχει η δυνατότητα οικοδόμησης ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και την υποστήριξή τους μέσω της διοχέτευσης διαθέσιμων πόρων με στόχο την επίτευξη αναπτυξιακών αποτελεσμάτων.

Ευρισκόμενοι πλέον στο τέλος του 2022, είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε τις πρώτες (ενδεχομένως βραχυπρόθεσμες) αναπτυξιακές επιδράσεις των στρατηγικών αυτών, μέσω της συγκριτικής αξιολόγησης των ανταγωνιστικών επιδόσεων των ελληνικών περιφερειών σε σχέση με εκείνες της ΕΕ. Το εμπειρικό εργαλείο που θα αξιοποιηθεί σε αυτή την αξιολόγηση είναι ο σύνθετος Ευρωπαϊκός Περιφερειακός Δείκτης Ανταγωνιστικότητας (European Regional Competitiveness Index/RCI).[3] Πρόκειται για τον βασικό συνθετικό δείκτη ανταγωνιστικότητας σε περιφερειακό επίπεδο NUTS 2 για τα κράτη-μέλη της ΕΕ[4], ο οποίος αποτελεί μια τροποποιημένη εκδοχή του Παγκόσμιου Δείκτη Ανταγωνιστικότητας (Global Competitiveness Index) που εκδίδεται από το World Economic Forum.

Ο δείκτης βασίζεται στον ορισμό της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας ως προς την ικανότητα που έχει μια περιφέρεια να προσφέρει ένα ελκυστικό και βιώσιμο περιβάλλον για επιχειρηματική δραστηριότητα και διαβίωση. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε περιφέρεια αξιολογείται σε τρεις βασικές κατηγορίες: α) τις βασικές επιδόσεις της, β) την αποτελεσματικότητά της και γ) την καινοτομία της. Οι τρεις αυτές κατηγορίες αναπτύσσονται περαιτέρω σε 11 υποκατηγορίες, που αποτυπώνουν την παραγωγικότητα και τη μακροχρόνια ανάπτυξή της. Ο βασικός σκοπός για τον οποίο αναπτύχθηκε ο εν λόγω δείκτης ήταν για να αποδώσει τον τρόπο με τον οποίο οι διάφορες περιφέρειες της ΕΕ αντέδρασαν στην οικονομική κρίση το 2008 και να αναδείξει τα βασικά χαρακτηριστικά που καθιστούν ορισμένες περιφέρειες περισσότερο ανθεκτικές σε εξωγενείς μεταβολές της οικονομίας. Επομένως, ο δείκτης από τη μια πλευρά αποτυπώνει την αναπτυξιακή δυναμική των περιφερειών με έναν συγκριτικό τρόπο και από την άλλη δίνει τη δυνατότητα εξέτασης της ανθεκτικότητάς τους στη μετά-Covid εποχή της ενεργειακής κρίσης στην ΕΕ. Τα πιο πρόσφατα (2019) αποτελέσματα του δείκτη για τον μέσο όρο των ελληνικών περιφερειών σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές αποτυπώνονται στο Διάγραμμα 1:

Διάγραμμα 1: Περιφερειακός Δείκτης Ανταγωνιστικότητας για τις χώρες-μέλη της ΕΕ28 (με Ην. Βασίλειο). Πηγή: Eurostat, επεξεργασία από τους συγγραφείς

Από τη συνολική αξιολόγηση των ελληνικών περιφερειών, παρατηρείται πως η χώρα τοποθετείται στην προτελευταία θέση με βαθμολογία 23,53, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης του μέσου όρου της ΕΕ ανέρχεται σε 60,3. Μάλιστα, η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών περιφερειών είναι χαμηλότερη από αυτήν των περισσότερων χωρών της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης. Η απογοητευτική αυτή επίδοση αναδεικνύει ένα σημαντικό διαχρονικό θέμα αναπτυξιακού χάσματος, το οποίο εν μέρει οφείλεται στον υπερθετικό βαθμό αστικοποίησης της μητροπολιτικής περιοχής της Αττικής, γεγονός που την οδήγησε σε μια τελείως διαφορετική αναπτυξιακή τροχιά σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα. Το χάσμα αυτό αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 2, όπου παρουσιάζεται ο δείκτης RCI για τις επιμέρους ελληνικές περιφέρειες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό μέσο:

Διάγραμμα 2: Περιφερειακός Δείκτης Ανταγωνιστικότητας για τις ελληνικές περιφέρειες Πηγή: Eurostat, επεξεργασία από τους συγγραφείς

Είναι εμφανές πως η Περιφέρεια Αττικής ξεχωρίζει σε όρους ανταγωνιστικότητας από τις υπόλοιπες ελληνικές περιφέρειες και τον εθνικό μέσο, όμως ακόμη υπολείπεται σημαντικά του αντίστοιχου ευρωπαϊκού. Όσον αφορά τις υπόλοιπες ελληνικές περιφέρειες, οι επιδόσεις τους τις τοποθετούν στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης των ευρωπαϊκών περιφερειών. Ενδεικτικά, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας (6η από το τέλος στην εθνική κατάταξη) κατατάσσεται στην 262η θέση στο σύνολο των ευρωπαϊκών περιφερειών.

Από τα παραπάνω ευρήματα μπορεί κάποιος να συμπεράνει τα εξής. Πρώτον, οι περιφερειακές στρατηγικές έξυπνης εξειδίκευσης της χώρας (RIS3) φαίνεται να μην έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς η αναπτυξιακή δυναμική και η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών περιφερειών είναι τουλάχιστον περιορισμένη σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Δεύτερον, το αναπτυξιακό χάσμα μεταξύ της Περιφέρειας Αττικής και της υπόλοιπης χώρας παραμένει σημαντικό και ενδεχομένως να αποτελεί τροχοπέδη στην προσέλκυση επενδύσεων και την αναπτυξιακή δυναμική των υπόλοιπων περιφερειών της χώρας. Τρίτον, οι ελληνικές περιφέρειες υστερούν σημαντικά σε όρους ανθεκτικότητας (resilience), γεγονός που αναμένεται να επιδεινωθεί εν μέσω της ενεργειακής κρίσης και των επιδράσεων της μετά-Covid περιόδου στην αγορά.

Ωστόσο, η αρνητική πορεία ανταγωνιστικότητας (με τις πολλαπλές της αναγνώσεις) των περιφερειών της χώρας μπορεί να ανατραπεί μέσω στοχευμένων κινήσεων και ορθού σχεδιασμού της στρατηγικής RIS3 της προγραμματικής περιόδου 2021-2027. Μια σημαντική αλλαγή που έγινε στη νέα προγραμματική περίοδο αφορά την κατάρτιση πλέον μίας εθνικής στρατηγικής και όχι 13 ξεχωριστών περιφερειακών (μαζί με μια εθνική) που είχαν αναπτυχθεί κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο. Αυτό συνιστά μια κομβική επιλογή πολιτικής.

Η Ελλάδα χρειάζεται στενότερες σχέσεις συνεργασίας παραγωγικών και ερευνητικών δυνάμεων, ανεξαρτήτως γεωγραφικής γειτνίασης, ώστε να βελτιώσει τις εθνικές της επιδόσεις σε όρους εξαγωγών, καινοτομίας και προστιθέμενης αξίας, αξιοποιώντας ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα από διάφορες περιοχές της χώρας. Όταν απαιτούνται γνώσεις και ικανότητες που εντοπίζονται ενδεχομένως σε διαφορετικές περιφέρειες, αυτές πρέπει να εξυπηρετούνται εύκολα, συστηματικά και χωρίς διαφορετικές διαχειριστικές ταχύτητες, ανάλογα με την επάρκεια των μηχανισμών της κάθε περιφέρειας. Συνεπώς, ο σχεδιασμός σε κεντρικό επίπεδο δεν «αφαιρεί» δυνάμεις από τις περιφέρειες, αλλά φέρνει στο προσκήνιο υπερτοπικά οικοσυστήματα και εγχώριες αλυσίδες αξίας που μπορούν να λειτουργήσουν συνεργατικά εντός και πέρα από τα όρια της κάθε περιφέρειας. Η ενιαία, εθνική επομένως, στρατηγική για την έξυπνη εξειδίκευση εξυπηρετεί τη συνεργασία και χρηματοδότηση κρίσιμης μάζας παραγωγικών συντελεστών σε επίπεδο χώρας, με παράλληλη ανάδειξη των περιφερειακών ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Ταυτόχρονα, επιτρέπει σε εθνικές ερευνητικές υποδομές να λειτουργήσουν υποστηρικτικά υπηρετώντας τις περιφερειακές ανάγκες. Ένα ακόμα πλεονέκτημα της εθνικής στρατηγικής είναι η δυνατότητα συντονισμού των σχετικών προκηρύξεων και προγραμμάτων και τελικά η καθιέρωση μιας ερευνητικής παράδοσης και μιας σταθερής ερευνητικής πρακτικής. Με αυτό το εργαλείο –αλλά, βεβαίως, και με άλλους μηχανισμούς και πολιτικές– θα προσπαθήσει η χώρα στην επόμενη περίοδο να ενοποιήσει δυνάμεις για να δημιουργήσει κρίσιμες μάζες και να βοηθήσει τις περιφέρειες να βελτιώσουν την ανταγωνιστική τους δυναμική.


* O Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ, διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ)-ΕΜΠ και επιστ. υπεύθυνος του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικότητας του ΙΟΒΕ.

** Ο Πέτρος Δήμας είναι χημικός μηχανικός ΕΜΠ, κατέχει MSc στα Εφαρμοσμένα Οικονομικά και Χρηματοοικονομική Ανάλυση, και είναι ερευνητής και υπ. διδάκτωρ του ΕΒΕΟ-ΕΜΠ.

[1] Στρατηγική Έρευνας και Τεχνολογίας για την Έξυπνη Εξειδίκευση (RIS3) – ΕΣΠΑ 2014-2020 [ηλ. πηγή: https://www.espa.gr/el/Pages/staticRIS3.aspx].

[2] Τέως Γενική Γραμματεία Έρευνα και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ).

[3] Annoni, P., & Dijkstra, L. (2019). The EU Regional Competitiveness Index 2019. European Commission, 1–42. https://ec.europa.eu/regional_policy/sources/docgener/work/2019_03_rci2019.pdf

[4] Συμπεριλαμβανομένου και του Ην. Βασιλείου.