Τα οφέλη των βιομηχανικών πάρκων: η περίπτωση των ΒΙΠΕ Μαγνησίας και Λάρισας

Οικονομική Επιθεώρηση, Σεπτέμβριος 2022, τ.1022

ΑΡΙΘΜΟΙ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ

του Άγγελου Τσακανίκα*

Η οργανωμένη βιομηχανική χωροθέτηση έναντι της άναρχης εγκατάστασης βιομηχανικών μονάδων αποτελεί ένα βασικό δίλημμα βιομηχανικής πολιτικής σε κάθε χώρα. Τα βασικότερα οφέλη λειτουργίας βιομηχανικών πάρκων συνδέονται με την περιφερειακή ανάπτυξη αλλά κυρίως με την προστασία του περιβάλλοντος, στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, όμως, συνεισφέρουν σύμφωνα με τη βιβλιογραφία στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εγκατεστημένων επιχειρήσεων, στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης στην περιοχή, αλλά και στην ευρύτερη αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων στις περιοχές πλησίον του πάρκου. Ο θεσμός των πάρκων αποτελεί επίσης ένα αποτελεσματικό μέσο στην κατεύθυνση της υποστήριξης παραγωγικών επενδύσεων, παρέχοντας τον κατάλληλο χώρο και τις απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες για την εγκατάσταση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Άλλωστε, από την εμφάνιση του θεσμού των βιομηχανικών πάρκων έως και σήμερα η εγκαθίδρυση ενός πάρκου σε μια περιοχή στόχευε τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα στη βιομηχανική ανάπτυξη, στη δημιουργία οικονομιών κλίμακας, στην αποκέντρωση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, στην αποσυμφόρηση των αστικών κέντρων, καθώς και στην ανάπτυξη της περιφέρειας και την ενθάρρυνση των επενδύσεων.

Ίσως όμως η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή από τη λειτουργία των πάρκων είναι η δημιουργία οικονομιών κλίμακας, που προέρχονται αφενός από τις τεχνικές υποδομές και τα έργα των πάρκων, αφετέρου από τις εξωτερικές οικονομίες που προκύπτουν από τη συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών επιχειρήσεων στην ίδια περιοχή (έννοια της Βιομηχανικής Συμβίωσης). Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), τα υφιστάμενα πάρκα της χώρας προσφέρουν άμεσα 36 χιλιάδες ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ η συνολική συνεισφορά των παραγωγικών μονάδων τους στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένων των έμμεσων και των προκαλούμενων επιδράσεων, αγγίζει τις 236 χιλιάδες θέσεις, που μεταφράζεται σε περισσότερο από το 5,9% της απασχόλησης στην Ελλάδα (ΙΟΒΕ, 2019). Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι η σωστή ανάπτυξη, η εξυγίανση των υφιστάμενων και η δημιουργία νέων βιομηχανικών πάρκων εναρμονισμένων με τις απαιτήσεις της εποχής μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό πόλο ανάπτυξης και αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό, σε πρόσφατη διπλωματική εργασία που εκπονήθηκε στο Εργαστήριο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας του ΕΜΠ* πραγματοποιήθηκε έρευνα πεδίου σε βιομηχανικές επιχειρήσεις στις περιοχές της Μαγνησίας και της Λάρισας. Στην έρευνα, που πραγματοποιήθηκε το φθινόπωρο του 2021, συμμετείχαν 64 επιχειρήσεις που λειτουργούν τόσο εντός όσο και εκτός πάρκων. Ο σκοπός της έρευνας ήταν να χαρτογραφήσει την πορεία της Βιομηχανικής Συμβίωσης στις Βιομηχανικές Περιοχές του Βόλου και της Λάρισας και να συμβάλει στη διαμόρφωση στρατηγικής προσέλκυσης και αποτελεσματικής λειτουργίας των περιοχών αυτών. Από το σύνολο των 64 επιχειρήσεων οι 21 επιχειρήσεις λειτουργούν εντός πάρκου και οι υπόλοιπες εκτός.

Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων εντός των πάρκων προβλέπει αύξηση όλων των βασικών οικονομικών μεγεθών τους μέσα στην επόμενη διετία, με έμφαση σε Πωλήσεις, Εξαγωγές αλλά και δαπάνες για Τεχνολογίες 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης και για Περιβαλλοντική Διαχείριση. Άρα οι εγκατεστημένες επιχειρήσεις σε βιομηχανικά πάρκα είναι περισσότερο έτοιμες για τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους, αυξάνοντας τις δαπάνες τους στους δύο βασικούς τομείς που συνδέονται με αυτόν.

Όμως, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η πλειονότητα των επιχειρήσεων δεν είναι εξοικειωμένη με την οργανωμένη χωροθέτηση. Έτσι, όσον αφορά τους λόγους που αρκετές επιχειρήσεις επιλέγουν να βρίσκονται εκτός οργανωμένων υποδοχέων, οι ίδιες απαντούν πως το βασικότερο κριτήριο για τη μη ένταξή τους είναι απλώς μια επιχειρηματική απόφαση. Άλλοι λόγοι είναι η προγενέστερη λειτουργία της επιχείρησης σε περιοχή εκτός βιομηχανικού πάρκου, αλλά και η ανεπάρκεια των προσφερόμενων υποδομών και υπηρεσιών στα πάρκα. Οι επιχειρηματίες αντιμετωπίζουν επομένως μάλλον με σκεπτικισμό τόσο την αποτελεσματικότητα του θεσμού όσο και τα πραγματικά οφέλη από τη λειτουργία εντός πάρκου, ενώ παράλληλα φαίνεται πως τα κίνητρα και οι προσφερόμενες υπηρεσίες δεν μπορούν να προσελκύσουν την εγκατάσταση ή τη μετεγκατάσταση εντός πάρκου.

 

 

 

Όσον αφορά τα κίνητρα ένταξης σε βιομηχανικό πάρκο, προκύπτει πως το σπουδαιότερο κίνητρο για την ένταξη είναι η παροχή επιχορηγήσεων και ακολουθούν τα φορολογικά κίνητρα και η εξασφαλισμένη χρήση γης. Αντίθετα, το λιγότερο σημαντικό κίνητρο, σύμφωνα με τις απαντήσεις, φαίνεται πως είναι η ανάπτυξη συνεργειών με άλλες επιχειρήσεις και ακολουθούν οι συντελεστές δόμησης και η διευκόλυνση τραπεζικού δανεισμού εντός πάρκου. Αναφορικά με τη διευκόλυνση στην ανάπτυξη συνεργειών των επιχειρήσεων, μόλις το 25% δήλωσε πως η λειτουργία εντός πάρκου συμβάλλει θετικά στην ανάπτυξη συνεργασιών με άλλες επιχειρήσεις. Επομένως, η συνεργασία των επιχειρήσεων βρίσκεται σε πρώιμα στάδια (ή και απουσιάζει) από τις ελληνικές επιχειρήσεις, αφού η διευκόλυνση ανάπτυξης συνεργειών εντός πάρκου καταλαμβάνει με διαφορά την τελευταία θέση στη σπουδαιότητα των κινήτρων για την ένταξή τους σε αυτά. Αυτό καταδεικνύει πως οι ελληνικές επιχειρήσεις αγνοούν ή/και υποβαθμίζουν τις ποικίλες θετικές επιδράσεις των βιομηχανικών συνεργειών, όπως η πιθανότητα μείωσης της καταναλισκόμενης ενέργειας και της χρήσης νερού, η αποφυγή δημιουργίας απορριμμάτων μέσω επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης και κυκλικότητας, τα εμπορικά οφέλη, η μείωση του λειτουργικού κόστους και η δημιουργία επιπλέον θέσεων εργασίας, εστιάζοντας πιθανώς μόνο στις δυσκολίες ανάπτυξης των συνεργειών και τους αρχικούς –οικονομικούς κυρίως– κινδύνους που εγκυμονούν από την εφαρμογή τους.

Πάντως, όσον αφορά την αξιολόγηση των υποδομών εντός βιομηχανικού πάρκου οι εγκατεστημένες επιχειρήσεις δηλώνουν ικανοποιημένες από τις προσφερόμενες υπηρεσίες ενέργειας και το εσωτερικό οδικό δίκτυο.

 

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων που ανακτά μέρος της παραγόμενης ενέργειας είναι μικρό και συνδέεται με τη χαμηλή αντίληψη από τη μεριά των βιομηχανιών της σπουδαιότητας της βιωσιμότητας, καθώς η ανάκτηση ενέργειας συμβάλλει στη μείωση τόσο του ενεργειακού κόστους λειτουργίας της επιχείρησης όσο και του αποτυπώματος άνθρακα αυτής, συμβάλλοντας στην προστασία του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με την έρευνα, μόνο το 43% των επιχειρήσεων εντός πάρκου πραγματοποιεί ανάκτηση μέρους της παραγόμενης ενέργειάς του, ενώ για τις επιχειρήσεις εκτός πάρκου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 38%. Επομένως, δεν παρατηρείται κάποια σημαντική διαφορά μεταξύ τους, γεγονός που φανερώνει πως τα πάρκα δεν διαθέτουν ακόμα το περιβάλλον εκείνο που θα τους δώσει το συγκριτικό πλεονέκτημα στην ανάπτυξη συστημάτων ανάκτησης ενέργειας λόγω της έλλειψης κινήτρων και του αντίστοιχου κανονισμού λειτουργίας.

Η εξέλιξη του θεσμού των πάρκων διεθνώς απέδειξε ότι η χωροθέτηση και τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτήν, όταν λαμβάνει χώρα σε περιοχές που εκ των προτέρων έχουν σχεδιαστεί με συμβατές χρήσεις γης και κανόνες ανάπτυξης, είναι ένας σημαντικός παράγοντας επιτυχίας των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Το παράδειγμα των πετυχημένων Βιομηχανικών Περιοχών στην Ελλάδα, αυτών της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας και του Ηρακλείου, δείχνει ότι οι ειδικότερες οργανωτικές και χωροταξικές προϋποθέσεις που δημιουργούνται για την εγκατάσταση της βιομηχανίας μπορούν να οδηγήσουν σε βιώσιμες επιχειρησιακές δομές. Επομένως, το αναπτυξιακό πρότυπο για την οργανωμένη βιομηχανία πρέπει να αποκωδικοποιήσει τους κανόνες επιτυχίας προκειμένου να θέσει περισσότερες βιομηχανικές περιοχές σε μια νέα τροχιά ανάπτυξης.


* Α. Αγοραστός, «Ανάπτυξη επιχειρηματικών συνεργειών σε οργανωμένες βιομηχανικές περιοχές: H περίπτωση των βιομηχανικών περιοχών Λάρισας και Βόλου», ΕΒΕΟ, Ιούνιος 2022.

* Ο Άγγελος Τσακανίκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Αξιολόγησης Συστημάτων Τεχνολογίας Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας ΕΜΠ, διευθυντής Εργαστηρίου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Οικονομίας (ΕΒΕΟ).