Σύγχρονες Μούσες – Παραμύθοι – ΣτηΣκιά της Ακρόπολης

Γεώργιος Τσάτσος, Εκδόσεις Παρισιάνου, Αθήνα 2021, 2021,2022

 

Έχοντας μια τρικυμιώδη διαδρομή στον χώρο των επιχειρήσεων, με σπουδές πολιτικού μηχανικού στο ΕΤΗ της Ζυρίχης και κεντρική ευθύνη της ιστορικής τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ-Ηρακλής – ιδρυτής ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος, εν συνεχεία υπεύθυνος ο πατέρας του Αλέξανδρος Τσάτσος, ο «Μεγαλέξαντρος» για την επιχειρηματική Αθήνα– ο Γιώργος Τσάτσος είχε μιαν απότομη προσγείωση όταν (το 1983) ο όμιλος ΑΓΕΤ υπάγεται στον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων και η ηγεσία του αντιμετωπίζει σειρά δικαστικών διώξεων (κατέληξαν σε απαλλαγή). Και η μεν ΑΓΕΤ πέρασε εν συνεχεία στο ιταλικό όμιλο Calcestruzzi, ύστερα στη βρετανική Blue Circle, στη γαλλική La farge και τελικώς στην ελβετική Holcim, όμως ο ίδιος ο Γ. Τσάτσος, μετά από μια μακρά παραμονή στο Λονδίνο –από το 1985– ανέπτυξε νέους δρόμους. Σε πρώτη φάση της ζωγραφικής, όπου με ένα δικό του ύφος ανέπτυξε καλλιτεχνική παραγωγή εκθέτοντας σε Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Παρίσι, Βαρσοβία – τελευταίως και στην Ελλάδα.

 

Ήδη σε μιαν αντίστοιχα ιδιαίτερη εκδοχή γραφής –όπου, και πάλι, η εικονογράφηση είναι δική του– που έρχεται να προτείνει μιαν ανάγνωση της μυθολογίας μεν, όμως με ενσωμάτωση τελείως σύγχρονων αναζητήσεων: κοινωνικών, ψυχολογικών, πολιτικών/της δημόσιας ζωής αν επιμένει κανείς. Ανακαλύπτει ο Τσάτσος –ή πάντως μεταφέρει στο σήμερα αλλά και δημιουργεί– ήρωες και φιγούρες – τον δικό του Πάνα, αλλ’ από δίπλα τον Γεωφίδιο και τον Γήδιο. τη σύγχρονη εκδοχή των Μουσών, προσαρμοσμένων σε σημερινές λατρείες, όπως (διαφανώς) η Τηλεθόνη ή η Ηλεκτρονίκη. τον Ασκληπιό (ασφαλώς από την εποχή του κορωνοϊού), αλλά έχοντας δίπλα του τον γιο του Σκλήπιο και τον Εμβόλιο (της προληπτικής ιατρικής).

 

Και τι κάνει με όλους αυτούς; Ξαναεπισκέπτεται (και καλεί σε νέα επίσκεψη…) τη νομισματική θεωρία, όπου πέτρες και βότσαλα παίζουν τον ρόλο τους, με αρχιπετρολόγους επικεφαλής και με πετροπολέμους (οικονομικούς πολέμους). Ή πάλι συναντάται με την Πολυπλάνη (τη μούσα της διαφήμισης, της δημοσιότητας, της προπαγάνδας) που τον περιπλέκει λίγο καθώς δηλώνει… γιος του Πρωτέα για να οδηγήσει τη συζήτηση στο πώς «σε λίγα χρόνια οι άνθρωποι θα διαλέγουν φύλο κατά βούληση και μερικοί μάλιστα θα το αλλάζουν πολλές φορές μέσα σε μια ζωή […] ενώ θα πληρώνουν οι εκάστοτε EΟΠΥΥ, γιατί θα θεωρείται από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα».

Με μια τέτοια, μετανεωτερική απόδοση της μυθολογίας, που ανακαλεί την πανάρχαια σκέψη –ο Τσάτσος πηγαίνει από τον Ταμίλ Τιρουβάλουβαρ μέχρι τους Αρχαίους Αιγυπτίους– στη δίνη της ταραγμένης, μεταβατικής ούτως ή άλλως εποχής μας, με τη χρήση μιας γλώσσας συμβολικής μεν, πλην όμως με κώδικες βατούς στους καθημερινούς ανθρώπους, επιδιώκει, με διάχυτη τη διάθεση της ειρωνείας και της απομυθοποίησης, να σε οδηγήσει σε αναζήτηση όχι ΤΗΣ αλήθειας, αλλά αληθειών.

 

Δεν είναι παραμύθια για παιδιά, αυτά. Γιατί όταν μεγαλώνουμε τα περιφρονούμε; [τα παραμύθια] και λέμε με ύφος ανώτερο «Αυτά είναι για μικρά παιδιά!»; Για τον Τσάτσο «το θέμα της σοβαρότητας είναι κι αυτό κάτι σχετικό», άλλωστε αφηγείται πως κάποτε, ως διευθύνων σύμβουλος της ΑΓΕΤ, πρότεινε στον τεχνικό διευθυντή του εργοστασίου το χρώμα με το οποίο θα έβαφαν κάτι μεγάλους εξωτερικούς γερανούς. Πρότεινε –ο Τσάτσος– έναν συνδυασμό κίτρινου και κόκκινου. «Μήπως, κύριε Τσάτσο, δεν θα φαίνονται αρκετά σοβαροί;» του είπε ο τεχνικός διευθυντής. Και απάντησε, ήδη τότε, ο Τσάτσος: «Γιατί όμως το σκούρο πράσινο, σαν τις στολές των χωροφυλάκων, να είναι πιο σοβαρό, κύριε Γιαννάκο, για μια σιδηροκατασκευή;».

 

Αυτή η θυμοσοφική ανάγνωση της μυθολογίας μπορεί να ξενίσει. Σίγουρα, όμως, αδιάφορο δεν σε αφήνει.

ΑΔΠ