του Γιώργου Βαϊλάκη

Η ιστορία του θα μπορούσε να είναι η υπόθεση ενός μυθιστορήματος με καταιγιστική δράση, ενώ o ίδιος αποτελεί την ενσάρκωση της έννοιας «εθνικός ευεργέτης», όπως αυτή έμελλε να διαμορφωθεί στο πέρασμα του χρόνου. Ξεκίνησε ως πλοιοκτήτης και πειρατής και κατέληξε να έχει τίτλο ευγενείας στην τσαρική Ρωσία. Προηγουμένως, θα διακρινόταν για τη σημαντική του δράση στα «ορλωφικά», αλλά και ως χρηματοδότης του Ελληνικού Αγώνα του 1821. Αν και επικηρυγμένος από τους Οθωμανούς και απένταρος θα κατάφερνε -εν τέλει- να μεγαλουργήσει στην τσαρική Ρωσία δημιουργώντας μία απέραντη αυτοκρατορία λόγω της ευστροφίας, της θέλησης και -πάνω από όλα- της σπουδαίας του ανακάλυψης που είναι το χαβιάρι! Ο λόγος για τον Ιωάννη Βαρβάκη.

Ο Ιωάννης Λεοντής, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε το 1750 στα Ψαρά και πέθανε στις 12 Ιανουαρίου του 1825 στη Ζάκυνθο. Πατέρας του ήταν ο Ανδρέας Λεοντής, ένας ιδιοκτήτης πλοίου που πραγματοποιούσε μεταφορές στα διάφορα νησιά του Αιγαίου και μητέρα του ήταν η Μαρία Μόρου. Το επώνυμό του προέρχεται από την ονομασία κάποιων αρπακτικών πουλιών που οι Ψαριανοί τα αποκαλούν βαρβάκια. Οι συνομήλικοί του, βλέποντας τα βλοσυρά του μάτια καθώς και την ορμητικότητα του χαρακτήρα του, τον φώναζαν βαρβάκι. Φαίνεται ότι το παρατσούκλι του άρεσε και το διατήρησε, περνώντας με αυτό το όνομα στην ιστορία.

Παρόλο που ήξερε λίγα γράμματα και ήταν -στην ουσία- αυτοδίδακτος, θα έδειχνε σημάδια εξαιρετικών δεξιοτήτων στη θάλασσα, επιδεικνύοντας γενναιοψυχία στους κινδύνους και εγκαρτέρηση στις κακουχίες και τις στερήσεις. Ήδη από την παιδική του ηλικία εργάστηκε ως μούτσος στο καράβι του πατέρα του, ο οποίος τον όρισε ως μεριδιούχο στο πλοίο του, ενώ στα 17 του ο νεαρός Βαρβάκης ναυπήγησε το πρώτο του πλοιάριο. Αρχικά, ασχολήθηκε με το εμπόριο, αλλά στη συνέχεια έκανε στροφή προς την πειρατεία, όπως και το σύνολο των κατοίκων της περιοχής των Ψαρών, λόγω των γενικότερων συνθηκών που επικρατούσαν στο χώρο της ναυτιλίας εκείνη την εποχή.

Στο μεταξύ, κηρύσσεται ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος και ο Βαρβάκης -φύσει επαναστάτης- θα συμμετείχε κατά τη διάρκειά του (1768 -1774) σε αρκετές θαλάσσιες επιχειρήσεις και ναυτικές συγκρούσεις. Έλαβε εθελοντικά μέρος ως κυβερνήτης πυροβολικού και συντάχθηκε με τα στρατεύματα της Αικατερίνης Β΄ ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και, ακόμη, δεν δίστασε να ξοδέψει όλη του την περιουσία, προκειμένου να αρματώσει τα πλοία του με κανόνια και να τα επανδρώσει με στρατιώτες αποσκοπώντας στην ναυτική σύγκρουση με τους Οθωμανούς. Αναζητώντας τον ρωσικό στόλο στο Αιγαίο, ταξίδεψε αρχικά στη Μύκονο και έπειτα στα νότια παράλια της Πελοποννήσου, στις αρχές Μαρτίου 1770. Από εκεί μετέβη στην Κορώνη όπου τελικά βρήκε τον αρχηγό του στόλου, Αλέξη Ορλώφ, ο οποίος του ζήτησε να τους συνδράμει. Όπως και έγινε, με θαυμαστά αποτελέσματα.

Στη συνέχεια, λοιπόν, ο Βαρβάκης κινήθηκε προς τα Ψαρά για να αναζητήσει τον τουρκικό στόλο και να ενημερώσει τους Ρώσους για τη θέση που βρισκόταν. Τον εντοπίζει απέναντι από τη Χίο και αφού ενημερώνει τους Ρώσους, πλοία των τελευταίων παραπλέουν και αγκυροβολούν στην περιοχή. Ήταν το βράδυ της 26ης Ιουνίου 1770 που ο Βαρβάκης με το πλοίο του θα συμμετείχε σε επιχείρηση πυρπόλησης του οθωμανικού στόλου, στον όρμο του Τσεσμέ. Ακολουθώντας ένα παράτολμο σχέδιο μετέτρεψε το καράβι του σε πυρπολικό, το οδήγησε και το κόλλησε σε ένα μεγάλο τουρκικό καράβι, πιθανόν τη ναυαρχίδα, άναψε ο ίδιος το δαυλό και ανατίναξε το μεγάλο καράβι στον αέρα. Ένα επίτευγμα ιστορικής σημασίας με συνέπεια την πλήρη καταστροφή του στόλου των Τούρκων, αφού τα καράβια βρίσκονταν σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους.

Οι Ρώσοι ναύτες έσπευσαν και μάζεψαν τον Βαρβάκη τραυματισμένο. Ο ναύαρχος Αλέξης Ορλώφ ως εκπρόσωπος στην επιχείρηση ανέφερε με επίσημο έγγραφο την ηρωική πράξη του Βαρβάκη στην αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄, η οποία με διάταγμά της τον ονόμασε υπολοχαγό του Ρωσικoύ στρατού και έδωσε εντολή να τον βοηθήσουν να αγοράσει ένα αντίστοιχο με το κατεστραμμένο πλοίο του.

Όταν ο πόλεμος έληξε, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή στις 21 Ιουλίου του 1774, ο Βαρβάκης δεν επέστρεψε στα Ψαρά. Ενώ ήταν επικηρυγμένος από τους Οθωμανούς, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη αγνοώντας την εχθρότητα που θα συναντούσε. Έτσι, καθώς διαπραγματευόταν την πώληση ενός τρικάταρτου πλοίου, οι Οθωμανοί τον συνέλαβαν και δήμευσαν την περιουσία του. Ο πληρεξούσιος πρεσβευτής της Ρωσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πρίγκιπας Νικολάι Βασίλεβιτς Ρέπνιν, ο οποίος είχε συνομολογήσει τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, φρόντισε να οργανωθεί με δωροδοκία η απελευθέρωση του Βαρβάκη από τη φυλακή του Γεντί Κουλέ. Αλλά εκείνος –αν και ελεύθερος- τα είχε χάσει όλα. Τόσα χρόνια προσπαθειών, είχαν πάει χαμένα.

Η Βαρβάκειος Αγορά

Ήταν τότε που μες την απελπισία του, άφησε την γυναίκα του και την κόρη του στα Ψαρρά και αποφάσισε να πάει στην Αγία Πετρούπολη προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Εκεί συνέβη το εξής απίστευτο. Ο Βαρβάκης καταπονημένος και πάμφτωχος με δανεικά ρούχα και παπούτσια, βρέθηκε σε ένα καφενείο και διηγήθηκε την πολυκύμαντη ιστορία του σε έναν τυχαίο παρακαθήμενο, ο οποίος τον παρακίνησε να πάει να βρει την Μεγάλη Αικατερίνη! Διηγείται ο ίδιος ο Βαρβάκης: «Επείσθην, αλλ’ απηρχόμην άνευ τινός ελπίδος^ μόλις, όμως, προφέρω το όνομά μου και εισάγομαι εις του υπασπιστού. Μετ’ όλίγας στιγμάς, διατάσσομαι να παρουσιασθώ εις την αυτοκράτειραν^ εισέρχομαι και – τι βλέπω; Τον χθες απλούν εν τω καφενείω παρακαθήμενον, εν μεγάλη τότε στολή και με πλήθος παρασήμων, συνοδεύοντα την αυτοκράτειραν^ δειλιώ, αλλά διατάσσομαι να ομιλήσω ελευθέρως. Λέγω τα πάντα, μη αποκρύπτων και την εν τω καφενείω παραφοράν μου. Με παρηγορούσι και με αποπέμπουσι με ελπίδας και υποσχέσεις. Την επαύριον λαμβάνω 8000 χρυσά ρούβλια, προς εξοικονόμησιν των αναγκών μου, και εν χαρτί, δι’ ου μοι επετρέπετο η εις την Κασπίαν θάλασσαν αλιεία άνευ τέλους. Μαθών δε, ότι ο παρακαθήμενος ήτος ο πανίσχυρος Γρηγόριος Ποτέμκιν [ο πρωθυπουργός], ουδέ στιγμήν απώλεσα^ επανείλθον εις Πετρούπολιν^ έδωκα τα δανεικά ενδύματα και υποδήματα, ηγόρασα άλλα, αλιευτικά, και απήλθον εις Αστραχάνιον».

Το δικαίωμα της αφορολόγητης αλιείας στην Κασπία Θάλασσα έδινε απεριόριστες δυνατότητες πλουτισμού στον Βαρβάκη. Μπροστά του ανοιγόταν μια τεράστια ευκαιρία με όλο το χρόνο και κυρίως το χώρο να οργανώσει καλύτερα τα επιχειρηματικά του σχέδια. Στο Αστραχάν, στην αρχή, αντί να ασχοληθεί με το ψάρεμα αγόρασε ένα αποστακτήριο, με στόχο να φτιάχνει ρακή – κάτι που του απέφερε αρκετά χρήματα. Δεν πέρασε, όμως, πολύς καιρός και άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η αλιεία ήταν ασύγκριτα πιο επικερδής από την παρασκευή οιονοπνευματωδών ποτών.

Και, πράγματι, ζώντας από μικρή ηλικία μέσα στη θάλασσα, αλλά και έχοντας την ικανότητα να κτίζει μεγάλα, προηγμένα καράβια, ο Βαρβάκης ήταν εκτός συναγωνισμού απέναντι στους μικρομεσαίους παράκτιους Ρώσους ψαράδες. Στη βόρεια Κασπία, η «επιχείρηση αλιεία» θα τον έκανε πλούσιο, ενώ θα γινόταν ιδιοκτήτης δέκα μεταφορικών πλοίων. Αλλά αυτό που θα τον έκανε πραγματικά βαθύπλουτο ήταν η εμπορική εκμετάλλευση του χαβιαριού.

Μία μέρα, καθώς ο Βαρβάκης έκανε τον περίπατό του στις όχθες του Βόλγα, πρόσεξε έναν μουζίκο να τρώει μια περίεργη τροφή με μαύρο χρώμα την οποία δεν είχε ξαναδεί. Όταν τον πλησίασε για να τον ρωτήσει τι είναι αυτός απάντησε: «Ικρά» -που στα ρωσικά θα πει χαβιάρι- και του έδωσε να δοκιμάσει. Εκείνος ενθουσιασμένος με το πόσο γευστικό ήταν, τον ρώτησε για την προέλευσή του. Από εκεί και πέρα όλα ήταν θέμα χρόνου.

Υπήρχε, ωστόσο, ένα πρόβλημα: Αυτό το τόσο ευαίσθητο έδεσμα ήταν αδύνατον να ταξιδέψει για καιρό μέσα στα ξύλινα κασόνια της εποχής. Φέρνοντας ο Βαρβάκης ειδικούς κατάφερε να βρει τον τρόπο για να συντηρηθεί δίχως να αλλοιωθεί η γεύση του. Η λύση βρέθηκε. Και αυτός έγινε κροίσος κάνοντας το χαβιάρι μόδα – σε παγκόσμια κλίμακα. Ήταν ο πρώτος που έκανε εξαγωγή του διατηρημένου αυτού προϊόντος.

 

Η Βαρβάκειος Σχολή πριν καταστραφεί το 1944 στα Δεκεμβριανά. Άρχισε να λειτουργεί το 1860 σε κτήριο που χτίστηκε με δαπάνη του Ιωάννη Βαρβάκη, προς τιμή του οποίου ονομάστηκε η Σχολή

Μέχρι το 1788 η επιχείρησή του απασχολούσε περισσότερους από τρεις χιλιάδες εργάτες για την επεξεργασία και το πακετάρισμα – ποτέ, ωστόσο, δούλους παρόλο που ήταν σύνηθες τότε, ο Βαρβάκης το θεωρούσε απάνθρωπο.

Σταδιακά, η αναγνώρισή του διευρυνόταν και ο Ιωάννης Βαρβάκης από το 1789 έλαβε ισόβια προσωπική ρωσική υπηκοότητα και γίνεται ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι. Τα προνόμιατης υπηκοότητάς του τα απόλαυσε και ο πολυμελής οικογενειακός του περίγυρος. Άλλωστε, είχε μεγάλη οικογένεια: από τον πρώτο του γάμο απέκτησε δύο παιδιά – γεννημένα στα Ψαρά – και από το δεύτερο γάμο του ακόμα τρία – τα οποία γεννήθηκαν στο Αστραχάν. Έκανε και τρίτο γάμο, αλλά δεν μπόρεσε να αποκτήσει άλλο παιδί.

 

Aπό το 1815 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ταϊγάνι, όπου μετέφερε όλη σχεδόν την κινητή περιουσία του, για να βρίσκεται κοντά στην Οδησσό που ήταν κέντρο της Φιλικής Εταιρίας της οποίας υπήρξε ηγετικό μέλος και χρηματοδότης. Μάλιστα, είναι ο μόνος που στα έγγραφά της αποκαλείται με το όνομά του.

 

Εν τω μεταξύ η κοινωφελής δράση του εξελισσόταν σε ευεργετισμό ευρείας κλίμακας: Είχε δώσει μέρος από την μυθική περιουσία του για νοσοκομεία, γέφυρες και διώρυγες στη Ρωσία, χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και γι’ αυτό παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο, ενώ του δόθηκε και τίτλος ευγενείας με το επίθετο Κομνηνός Βαρβάκης. Στο Ταγκανρόγκ έκτισε σχολείο, κατασκεύασε τα Βαρβάκεια Λουτρά και το 1809 την περιώνυμη Βαρβάκειο Διώρυγα του Αστραχάν – ένα μνημειώδες έργο.

Ώσπου έρχεται η περίοδος της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά ο Ιωάννης Βαρβάκης βοήθησε ποικιλοτρόπως τις ελληνικές κοινότητες στη Ρωσία, ενώ με έξοδα δικά του εξόπλισε όσους πολεμούσαν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Επίσης, μέσω του Πατριαρχείου κατάφερε να εξαγοράσει πάρα πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης πάνω απ’ όλα βοήθησε τον αγώνα των Ψαριανών, των συμπατριωτών του, στέλνοντας τρόφιμα και διάφορα άλλα εφόδια. Μετά την καταστροφή των Ψαρών, το 1824, ήρθε στην Ελλάδα για να βοηθήσει με κάθε τρόπο. Αν και ήταν πια σε προχωρημένη ηλικία, ήθελε να δει από κοντά τις προσπάθειες που γίνονταν για τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους.

Φτάνοντας στο Ναύπλιο, που ήταν η επίσημη έδρα της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης, παρουσιάστηκε αυθορμήτως στη Βουλή, την 27 Οκτωβρίου 1824, σε μια συγκυρία που η τύχη της Ελλάδας βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού. Πρότεινε να δώσει τα απαραίτητα χρήματα για ένα χτιστεί κεντρικό σχολείο στο Άργος και να καταθέσει 300.000 ρούβλια στο Βασιλικό Ταμείο της Μόσχας για τη χρηματοδότησή του και την εσαεί πληρωμή των δασκάλων.

 

Μάχη στο Τσεσμέ το βράδυ. Πίνακας του Ιβάν Αϊβαζόφσκι, 1886

Κάθε άλλο παρά είναι τυχαίο που κατά την παραμονή του στο Ναύπλιο ονομάστηκε με ψήφισμα από τη Βουλή «μέγας ευεργέτης του Έθνους». Εξάλλου, με τη διαθήκη του ο Ιωάννης Βαρβάκης –την οποία προσπάθησαν ανεπιτυχώς να προσβάλουν οι κληρονόμοι του- θα άφηνε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, που βρισκόταν σε ρωσική τράπεζα, στο ελληνικό Δημόσιο για κοινωφελείς σκοπούς.

 

Με δική του δωρεά κτίστηκε το Βαρβάκειο Λύκειο κοντά στη σημερινή οδό Αθηνάς, το οποίο ιδρύθηκε το 1857 και λειτούργησε σαν Πρακτικό Λύκειο, αφιερωμένο σχεδόν αποκλειστικά στη σπουδή των θετικών επιστημών. Ήταν το μοναδικό Λύκειο του είδους του στη χώρα για πολλά χρόνια. Το παλιό κτίριο καταστράφηκε στα Δεκεμβριανά –το 1944- ενώ σήμερα λειτουργεί γυμνάσιο και λύκειο – η περίφημη «Βαρβάκειος Σχολή»- σε νέο κτίριο στο Παλαιό Ψυχικό. Με δικά του χρήματα κατασκευάστηκε το 1886 και η κλειστή αγορά της Αθήνας ή, αλλιώς, η Βαρβάκειος Αγορά.

 

Αλλά αυτή η έμπρακτη αγάπη του για την Ελλάδα θα αποδεικνυόταν μοιραία για τον Ιωάννη Βαρβάκη, στο ταξίδι που πραγματοποίησε σε αυτήν το 1824. Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την ανακήρυξή του σε «εθνικό ευεργέτη», αρρώστησε ξαφνικά και αναχώρησε για το λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου. Εκεί, έφτασε στις 21 Δεκεμβρίου 1824 αλλά η λοιμώδης νόσος από την οποία έπασχε τον κατέβαλε και τα ξημερώματα της 12ης Ιανουαρίου 1825, άφησε την τελευταία του πνοή. Στη Βουλή, στη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1825, εξέδωσαν ψηφίσματα και διαταγές για την τήρηση πανελλήνιου πένθους. Ήταν μία δίκαιη, τιμητική αναγνώριση της προσφοράς μιας χαρισματικής προσωπικότητας που βοήθησε το υπό διαμόρφωση ελληνικό κράτος, να πραγματοποιήσει τα πρώτα του βήματα…