Οικονομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 2021, τ.1013

ΦAΚΕΛΟΣ: ΚΛAΔΟΣ ΤΡΟΦIΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ

“Δεύτερη ζωή” για τα βιολογικά προϊόντα

του Γιώργου Μανέττα

 

Επί πολλά χρόνια προσπαθούσαν να βρουν μια θέση στο καλάθι της νοικοκυράς. Ωστόσο, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν κατάφεραν ποτέ να κερδίσουν τον Έλληνα καταναλωτή, ο οποίος φάνηκε ανέτοιμος να αγκαλιάσει την πρότασή τους. Είτε λόγω κόστους –καθώς πωλούνταν πολύ ακριβότερα από τα συμβατικά προϊόντα– είτε λόγω επιφυλακτικότητας για την καινοτομία που κόμιζαν στην αγορά. Όλα άλλαξαν με το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού, η οποία αποδείχθηκε σημείο τομής για τον κλάδο, προσφέροντας μια ανέλπιστη επανεκκίνηση. Ο λόγος για την κατηγορία των βιολογικών και εν γένει υγιεινών προϊόντων, η οποία κυριολεκτικά εκτοξεύθηκε στη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης. Βίωσε και συνεχίζει να βιώνει μια πρωτοφανή άνθηση, με ολοένα και περισσότερους να αντιλαμβάνονται τη διατροφική αξία και υπεροχή τους μετά το σοκ της υγειονομικής κρίσης, που ευαισθητοποίησε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας για την ποιότητα και την ασφάλεια των τροφίμων που μπαίνουν στο καθημερινό τραπέζι.

Εκτιμάται πως πέρυσι οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν κατά 35% καθώς αρκετοί καταναλωτές στράφηκαν στα υγιεινά και απαλλαγμένα από χημικά προϊόντα τρόφιμα, μετά την εμφάνιση της Covid-19, ενώ η τάση αυτή συνεχίζεται και φέτος, κάνοντας τους επαγγελματίες του κλάδου να τρίβουν τα χέρια τους. Κάποιοι μάλιστα θεωρούν την πανδημία ως τη μεγάλη ευκαιρία του χώρου να προσελκύσει ακόμη περισσότερους Έλληνες στα οργανικά τρόφιμα και να ανοίξει τον βηματισμό της. Ενδεικτική του θετικού μομέντουμ στον κλάδο είναι και το επενδυτικό ενδιαφέρον που επιδεικνύουν μεγάλα funds για τις οργανωμένες αλυσίδες του χώρου.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αλυσίδας «Βιολογικό Χωριό» της οικογένειας Κρομμυδά, στην οποία έσπευσε να τοποθετηθεί το επενδυτικό κεφάλαιο SouthBridge ΙΙ, δίνοντας έτσι ψήφο εμπιστοσύνης στη μεγαλύτερη αλυσίδα καταστημάτων λιανικής πώλησης βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα, με 19 καταστήματα ήδη στην Αττική και αλλά 6 σε στάδιο ανάπτυξης. Παράγοντες που είναι σε θέση να γνωρίζουν επισημαίνουν πως και άλλα μεγάλα funds παρακολουθούν τον κλάδο και δεν αποκλείεται το επόμενο διάστημα να υπάρξουν και άλλα επενδυτικά «χτυπήματα», τα οποία θα δώσουν περαιτέρω ώθηση στον χώρο.

Αυτή τη στιγμή στον τομέα των βιολογικών προϊόντων δραστηριοποιούνται πάνω από 220 green stores, εκ των οποίων τα 120 βρίσκονται στην περιοχή της Αττικής. Από αυτά που βρίσκονται στην Αττική περίπου το 40% είναι με αμιγώς βιολογικό προϊοντικό μείγμα, ενώ τα υπόλοιπα έχουν βιολογικά προϊόντα τουλάχιστον στο 60% του μείγματος. Τα τελευταία χρόνια καινούργιοι παίκτες κάνουν την εμφάνισή τους, στοχεύοντας στο θετικό μομέντουμ που διαμορφώνεται ώστε να κερδίσουν μερίδιο από την πίτα της αγοράς, η αξία της οποίας κυμαίνεται μεταξύ 180-200 εκατ. ευρώ (μαζί με τις πωλήσεις των μεγάλων σούπερ μάρκετ, που δίνουν όλο και περισσότερο χώρο στα βιολογικά).

Άνθρωποι του χώρου δηλώνουν πεπεισμένοι πως η βιομηχανία υγιεινών τροφίμων θα γνωρίσει ιδιαίτερη άνθηση τα προσεχή χρόνια, ακολουθώντας τα χνάρια των υπόλοιπων ευρωπαϊκών αγορών. Προβλέπουν μάλιστα πως μέσα στα επόμενα 3-4 χρόνια η κατανάλωση βιολογικών, που σήμερα καταλαμβάνει περίπου το 0,8% με 1% της συνολικής κατανάλωσης τροφίμων, θα μεγαλώσει κατά τουλάχιστον 2,5 φορές, περιορίζοντας τη διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που ανέρχεται σε περίπου 5%.

Καταλυτικό ρόλο παίζουν οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες ενός ολοένα και μεγαλύτερου ποσοστού νέων ανθρώπων, οι οποίοι επιλέγουν τη φυτοφαγική διατροφή (plant based). Μόνο οι vegans, δηλαδή οι αυστηρά χορτοφάγοι, εκτιμάται πως «ξεπερνούν σήμερα τους 120.000, με περίπου το 95% εξ αυτών να είναι ηλικίας 18-24 ετών». Ενισχυτικά λειτουργεί και η μείωση στις τιμές των βιολογικών τροφίμων που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Οι τεράστιες αποκλίσεις που παρατηρούνταν στο παρελθόν σε σχέση με τα συμβατικά έχουν πλέον εκλείψει, δίνοντας ένα επιπλέον κίνητρο στο αγοραστικό κοινό, που πριν μπορεί να δίσταζε.

Την ίδια στιγμή, η βιολογική καλλιέργεια εκτιμάται πως θα μπορούσε να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος για τις ελληνικές εξαγωγές τροφίμων, υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοσθεί μια μακροπρόθεσμη πολιτική με επίκεντρο την ποιότητα. Η ποιότητα θεωρείται το κλειδί που θα διαφοροποιήσει και θα κάνει ανταγωνιστικούς τους Έλληνες παραγωγούς, ανοίγοντάς τους διάπλατα την πόρτα των διεθνών αγορών. Η Ελλάδα εξάγει ήδη εδώ και δύο δεκαετίες βιολογικά φρούτα και λαχανικά σε κεντρικές αγορές της Γερμανίας και της Ολλανδίας.