Οικονομική Επιθεώρηση, Νοέμβριος 2021, τ.1012

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ συνέντευξη της Χρυσής Βιτσιλάκη, πρυτάνισσας του Πανεπιστημίου Αιγαίου στον Απόστολο Λακασά

Οι πολιτικοί, τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, σπάνια διαθέτουν ιστορική μνήμη που παρακολουθεί επιλογές και δεσμεύσεις των
προκατόχων τους. Έτσι, δυστυχώς, οι υποσχέσεις που αρχικά συνόδευαν την ίδρυση των περιφερειακών –κυρίως– πανεπιστημίων σπάνια βρήκαν συνεπή ανταπόκριση στη συνέχεια. Υπήρχαν όμως στα νησιά μας και ιδιώτες ευεργέτες και τοπικοί άρχοντες που στήριξαν την ανάπτυξη των υποδομών και δη των υποδομών φοιτητικής μέριμνας» δηλώνει η πρύτανης του Πανεπιστημίου Αιγαίου Χρυσή Βιτσιλάκη αναφερόμενη στην απουσία δωρεάν στέγης για τους «μετανάστες» φοιτητές των νησιών (Λέσβου, Λήμνου, Ρόδου, Σάμου, Σύρου, Χίου) που διαθέτουν τα 18 Τμήματα του ΑΕΙ. «Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι απαραίτητη η πολύπλευρη και συστηματική αντιστάθμιση των οικονομικών ανισοτήτων που προκύπτουν από τη γεωγραφική θέση του Παν. Αιγαίου μέσω της στήριξης της φοιτητικής μέριμνας και στέγης» προσθέτει. Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου είδε λόγω Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) που εφαρμόστηκε φέτος για πρώτη φορά να μένει περίπου το 50% των θέσεών του κενό. Ωστόσο, η Χρ. Βιτσιλάκη θεωρεί ότι «φέτος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου πληρώθηκε το 101% του συνολικού αριθμού των εισακτέων που το Ίδρυμα ζήτησε!»

Ποιος ο ρόλος ενός περιφερειακού ΑΕΙ στη χώρα μας;

Τα περιφερειακά ΑΕΙ που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη μεγάλη διεύρυνση της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας το 1980-90 κλήθηκαν να επιτελέσουν τον διττό αυτό επιστημονικό και αναπτυξιακό ρόλο. Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου ιδρύθηκε το 1984 στο πλαίσιο
ενός μεγαλόπνοου σχεδίου για την ανάδειξη του Ελληνικού Αρχιπελάγους σε διεθνούς επιπέδου και εμβέλειας ζώνη πνευματικής και πολιτιστικής δημιουργίας στα ανατολικά όρια του ελλαδικού χώρου και στα σύνορα της Ευρώπης, μέσα από την προώθηση καινοτόμων
διεπιστημονικών γνωστικών αντικειμένων. Δυστυχώς όμως, όπως συνέβη με τα περισσότερα περιφερειακά πανεπιστήμια, η ασυνέχεια και συχνά η ανατροπή των εθνικών πολιτικών που αφορούν στην ανώτατη εκπαίδευση και ταυτόχρονα στην κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη, επεφύλαξε την απουσία πραγματικής στήριξης των ιδρυμάτων αυτών και απεναντίας την αυξανόμενη στήριξη των πανεπιστημίων των μεγάλων αστικών κέντρων, με αποτέλεσμα τις μεγάλες ανισότητες σε ανθρώπινους πόρους και υποδομές, που σήμερα παραμένουν. Έτσι σήμερα ο ρόλος όλων των ΑΕΙ θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί στο πλαίσιο του ανασχεδιασμού μιας πολιτικής που θα επαναδιατυπώσει
τους όρους ανάπτυξης της χώρας, πέρα από τον υδροκεφαλισμό των μεγάλων αστικών κέντρων, και ιδιαίτερα της Αττικής, σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες, όπως η γεωπολιτικά καθοριζόμενη εθνική στρατηγική, οι προϋποθέσεις μιας βιώσιμης οικονομικής και ενεργειακής πολιτικής, η κλιματική αλλαγή, κ.ά., παράγοντες που θα «επιβάλουν» στο άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον πολλές διαφοροποιήσεις στις μέχρι τώρα παραδοχές. Φυσικά κάτι τέτοιο απαιτεί ευρύτερη διακομματική συναίνεση για έναν σχεδιασμό σε βάθος τουλάχιστον εικοσαετίας. Ελπίζω και εύχομαι να υπάρξει αυτή η δυνατότητα.

Το Παν. Αιγαίου έχει ενδιαφέροντα αντικείμενα, αλλά καθώς οι έδρες των Τμημάτων του βρίσκονται μακριά από την Αθήνα οι υποψήφιοι το έχουν μεταξύ των τελευταίων προτιμήσεών τους. Τι απαντάτε στη δυσπιστία υποψηφίων και γονέων;

Η μακροχρόνια οικονομική κρίση, σε συνδυασμό με την άκριτη και άνευ σχεδιασμού δεύτερη φάση διεύρυνσης της ανώτατης εκπαίδευσης το 2018-19, ανέδειξαν τα οικονομικά κριτήρια και τα κριτήρια γειτνίασης προς την οικογενειακή εστία ως τους κύριους παράγοντες
επιλογής πανεπιστημιακών Τμημάτων, και όχι την ακαδημαϊκή ποιότητα των σπουδών. Έτσι, στις παρούσες συνθήκες, το Πανεπιστήμιο θα καταστεί δελεαστικό όταν καταρχήν η Πολιτεία επιτελέσει το συνταγματικά ορισμένο καθήκον της αντιστάθμισης του κόστους φοίτησης στην Περιφέρεια και δη στη νησιωτική Ελλάδα, κυρίως μέσα από τη στοχευμένη στήριξη της φοιτητικής μέριμνας, κάτι το οποίο ομολογουμένως έχει ξεκινήσει να κάνει η παρούσα κυβέρνηση με επιμέρους μέτρα. Θα καταστεί ακόμα δελεαστικό όταν Πολιτεία και Πανεπιστήμιο θέσουν το κριτήριο της ποιότητας των σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου στο προσκήνιο.

Απευθυνόμενη σε γονείς και υποψηφίους λέω ότι θα πρέπει να επιλέγουν τα Τμήματά μας γιατί είναι στελεχωμένα με υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκό προσωπικό, που υλοποιεί προγράμματα σπουδών διεθνώς αξιολογημένα και πιστοποιημένα, και ότι είναι αυτή η ποιότητα σπουδών που τελικά εξασφαλίζει το επαγγελματικό μέλλον των παιδιών τους – όπως φαίνεται από την υψηλού επιπέδου απορρόφηση των αποφοίτων του Πανεπιστημίου μας στην αγορά εργασίας. Θα τους έλεγα ακόμα ότι το μέγεθος των νησιωτικών κοινοτήτων μας μαζί
με τη φοιτητοκεντρική κουλτούρα μας διευκολύνουν τη δημιουργία στενών, συνεκτικών διαπροσωπικών σχέσεων, σχέσεων μεταξύ εκπαιδευτικού και φοιτητή/φοιτήτριας που ορίζουν τη μέθεξη της εκπαίδευσης. Και αυτά, σε ένα περιβάλλον δημιουργικότητας και δημοκρατικού διαλόγου χωρίς βία και ανομία.

Τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί χαμηλές βάσεις εισαγωγής σε Τμήματα του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Έχετε προβληματιστεί γι’ αυτό;

Οι βάσεις εισαγωγής, όπως και οι λοιπές παράμετροι εισαγωγής στα πανεπιστήμια, δυστυχώς δεν προσδιορίζονται από τα ακαδημαϊκά κριτήρια ποιότητας, αλλά από τις κατά περίπτωση αλλαγές που προκύπτουν από τις εκάστοτε νομοθετικές παρεμβάσεις της κάθε κυβέρνησης. Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αιγαίου έχει διεξοδικά συζητήσει το θέμα κατά τα τελευταία δύο χρόνια και διαπιστώνει
ότι η πτώση των βάσεων το 2020-21, σε ορισμένες περιπτώσεις δραματική, οφειλόταν σαφώς στην πολιτική της εν μια νυκτί ανωτατοποίησης των ΤΕΙ και επιπροσθέτως δημιουργίας νέων Τμημάτων στην ενδοχώρα, ένας μεγάλος αριθμός των οποίων κυριολεκτικά– «αντέγραφαν» τίτλους και προγράμματα σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου! Αντίστροφα, φέτος οι βάσεις ανέβηκαν λόγω της
εφαρμογής της ΕΒΕ ως πολιτικής της παρούσας κυβέρνησης, αλλά μειώθηκαν οι εισακτέοι! Εάν δεν δημιουργηθεί λοιπόν μια σταθερή εκπαιδευτική πολιτική στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης αναπτυξιακής πολιτικής που θα υποστηρίζει το σύνολο της χώρας και δη τις νησιωτικές περιοχές, περιφερειακά ιδρύματα όπως το Πανεπιστήμιο Αιγαίου θα εισπράττουν την όποια αλλαγή πολιτικής με αρνητικό
αντί για θετικό πρόσημο.

Πώς αξιολογείτε τη θεσμοθέτηση από το Υπουργείο Παιδείας της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ); Θα βοηθήσει στην άνοδο του επιπέδου των εισακτέων;

Η θεσμοθέτηση της ΕΒΕ εξ ορισμού ανεβάζει το επίπεδο των εισακτέων. Στον βαθμό όμως που το επίπεδο αυτό καθορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από τη μια και από τις συνεχώς διαφοροποιούμενες ανάγκες και απαιτήσεις της αγοράς εργασίας που υποδέχεται τους αποφοίτου των πανεπιστημίων μας από την άλλη, οι πραγματικές επιπτώσεις του εν λόγω μέτρου θα μπορούν να αξιολογηθούν σε βάθος εφαρμογής 3-4 ετών και αυτό σε πλαίσιο νομοθετικής σταθερότητας – κάτι το οποίο στην Ελλάδα που γνωρίζουμε φαντάζει δύσκολο.

Ωστόσο, λόγω της ΕΒΕ έμειναν κενές στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου περίπου το 50% των θέσεων εισακτέων. Αυτό δεν απειλεί τη βιωσιμότητα του ιδρύματος;

Καταρχάς, το ποσοστό κενών θέσεων εκ των πραγμάτων καθορίζεται από το πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός των θέσεων που το Υπουργείο αποδίδει σε κάθε Τμήμα. Η διαχρονική τάση της λαοφιλούς αύξησης των εισακτέων δεν έχει ποτέ προκύψει από μια συστηματική μελέτη των αναγκών της κοινωνίας και της οικονομίας μας, ενώ σταθερά υπερβαίνει κατά πολύ τον αριθμό των εισακτέων που τα ίδια τα Τμήματα των πανεπιστημίων ζητούν ώστε να παρέχουν ποιοτική εκπαίδευση στο πλαίσιο του διαθέσιμου προσωπικού και των υποδομών τους.
Φέτος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου πληρώθηκε το 101% του συνολικού αριθμού των εισακτέων που το Ίδρυμα ζήτησε! Με εξαίρεση δε ενός μικρού αριθμού Τμημάτων, τα περισσότερα Τμήματα κάλυψαν ή/και υπερκάλυψαν τον αριθμό που είχαν ζητήσει. Και το γεγονός αυτό θέτει στο προσκήνιο την αναγκαιότητα διαμόρφωσης πολιτικών για την ανώτατη εκπαίδευση που εδράζονται στην ακαδημαϊκή ποιότητα και όχι στις απαιτήσεις της εκάστοτε πολιτικής πελατείας.

Δεν θα έπρεπε οι αρμόδιες αρχές των νησιών, όταν ζητούσαν Τμήματα ΑΕΙ, αλλά και το ίδρυμα και το Υπουργείο Παιδείας, να μεριμνήσουν για φοιτητικές εστίες για τους «μετανάστες φοιτητές»;

Οι πολιτικοί, τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, σπάνια διαθέτουν ιστορική μνήμη που παρακολουθεί επιλογές και δεσμεύσεις των προκατόχων τους. Έτσι, δυστυχώς, οι υποσχέσεις που αρχικά συνόδευαν την ίδρυση των περιφερειακών –κυρίως– πανεπιστημίων
σπάνια βρήκαν συνεπή ανταπόκριση στη συνέχεια. Υπήρχαν όμως στα νησιά μας και ιδιώτες ευεργέτες και τοπικοί άρχοντες που στήριξαν την ανάπτυξη των υποδομών και δη των υποδομών φοιτητικής μέριμνας.

Συγκρότημα φοιτητικών κατοικιών του πανεπιστημίου στη Μυτιλήνη

Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι απαραίτητη η πολύπλευρη και συστηματική αντιστάθμιση των οικονομικών ανισοτήτων που προκύπτουν από τη γεωγραφική θέση του Παν. Αιγαίου μέσω της στήριξης της φοιτητικής μέριμνας και στέγης. Από την πλευρά μας, ως Διοίκηση έχουμε διαμορφώσει συνολικό σχέδιο περαιτέρω ενίσχυσης των φοιτητικών εστιών μέσω της, κατά περίπτωση, αγοράς νέων κτηρίων ή/και ανέγερσης νέων εστιών, πιθανότατα μέσω ΣΔΙΤ, ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία κάλυψης των στεγαστικών αναγκών μεγάλου ποσοστού των φοιτητών/φοιτητριών μας. Εν τω μεταξύ, χρειαζόμαστε περισσότερα μέτρα όπως αυτά που πρόσφατα έλαβε το Υπουργείο Παιδείας για τη στήριξη των δικαιούχων του ετήσιου επιδόματος των 1.000 ευρώ και της μηνιαίας επιδότησης φοιτητικής στέγης. Έχουμε ακόμα προτείνει την καθιέρωση του «ακαδημαϊκού μεταφορικού ισοδύναμου» και για τους φοιτητές και τις φοιτήτριες των νησιών μας. Ζητάμε από την Πολιτεία να πράξει το καθήκον της και εκτιμούμε ότι θα το κάνει.

Πρόσφατα επικριθήκατε από βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για δηλώσεις σας ότι «η αναπτυξιακή συμβολή του Πανεπιστημίου Αιγαίου δεν έχει να κάνει με το πόσα σουβλάκια και καφέδες θα πουληθούν, αλλά στην αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης στην ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας». Δεν τίθεται πολιτικό ζήτημα όταν μένουν κενές θέσεις σε ένα ΑΕΙ;

Υπηρετώ έναν θεσμικό ρόλο και οι θέσεις που εκφράζω εντάσσονται στο πλαίσιο αυτού του ρόλου. Κάθε κόμμα έχει δικαίωμα να εκφράζει τις δικές του απόψεις. Αυτή είναι η Δημοκρατία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική του Παν. Αιγαίου καθορίζεται από τις οποιεσδήποτε κομματικές τοποθετήσεις.

Τι περιλαμβάνει ο στρατηγικός σχεδιασμός για το ΑΕΙ που η Σύγκλητος πρέπει να καταθέσει στο Υπουργείο Παιδείας;

Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου θα συνεχίζει να υπηρετεί σταθερά την ποιότητα και την εξωστρέφεια στη διδασκαλία και την έρευνα, έχοντας μια αναπτυξιακή στρατηγική που έχει το βλέμμα στραμμένο στις διεθνείς επιστημονικές εξελίξεις, ενώ λαμβάνει υπόψη και τις αντικειμενικές συνθήκες που διαμορφώνονται στο πεδίο της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης και κοινωνίας. Ήδη συμμετέχουμε στον θεσμό του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου, διευρύνουμε τις διεθνείς μας συνεργασίες, ενώ υλοποιούμε ένα πολύ μεγάλο πρόγραμμα ανάδειξης της
Περιφερειακής Αριστείας στην Έρευνα. Ακόμα, η πλειοψηφία των Τμημάτων μας εχουν ήδη αναπτύξει ή σχεδιάζουν ξενόγλωσσα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, ενώ 2-3 Τμήματα ήδη επεξεργάζονται τον σχεδιασμό ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων μέσω διατμηματικών ή διαπανεπιστημιακών συνεργασιών. Συνεχίζουμε να υπηρετούμε την ακαδημαϊκή αριστεία σε εθνικό επίπεδο και την κοινωνική ανάπτυξη των τοπικών μας κοινωνιών.


H Καθηγήτρια Χρυσή Βιτσιλάκη ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές της σπουδές στην Κοινωνιολογία στο Trinity College, Hartford, Ct. and έλαβε τους μεταπτυχιακούς τίτλους Μ.A. και Ph.D. από το Department of Sociology, University of Chicago, Illinois, USA. Διδάσκει από το 1999 στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Προσχολικής Αγωγής και Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού. Είναι υπεύθυνη του σχεδιασμού, οργάνωσης και Διεύθυνσης του πρότυπου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών του ίδιου Τμήματος, «Φύλο και Νέα Εκπαιδευτικά και Εργασιακά Περιβάλλοντα στην Κοινωνία της Πληροφορίας», το οποίο είναι το μόνο μεταπτυχιακό πρόγραμμα στην Ελλάδα που από το 2004 έως και το 2014 υλοποιούνταν μέσω μικτής μάθησης (blended learning) και που βραβεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με το “2009 Award for Quality in e-Learning”. Από το 2014 έως και σήμερα οργάνωσε και Διευθύνει το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ιδίου Τμήματος «Νέες Μορφές Εκπαίδευσης και Μάθησης». Το ακαδημαϊκό της έργο έχει εστιάσει σε θέματα φύλου και νέων μορφών εκπαίδευσης, επί των οποίων έχει δημοσιεύσει 10 βιβλία και περί τα 50 άρθρα. Έχει επίσης σχεδιάσει και υλοποιήσει ως Επιστημονικά Υπεύθυνη δεκάδες ευρωπαϊκών και συγχρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων και προγραμμάτων παρέμβασης επί των θεμάτων αυτών, και έχει διατελέσει μέλος εθνικών και διεθνών επιτροπών αξιολόγησης σχετικών έργων και προγραμμάτων. Έχει τέλος διατελέσει Κοσμητόρισσα της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών (2004-2006), Αντιπρύτανις Οικονομικών και Ανάπτυξης, καθώς και Πρόεδρος της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Αιγαίου (2006-2010), Πρόεδρος του Τμήματος Προσχολικής Αγωγής και Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (2014-2018) και σήμερα είναι Πρυτάνισσα του Πανεπιστημίου Αιγαίου (2018-2022).