Ξαναδιαβάζοντας την συζήτηση στην Βουλή για τον Covid – και την απαγορευμένη συναίνεση

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Δεν μνημονεύθηκε στα πλαίσια της χθεσινής συζήτησης για την πανδημία, τις συνέπειές της, το άγχος αντιμετώπισής της η – ιδιαίτερα διαφωτιστική – πρόσφατη σφυγμομέτρηση της ALCO. Η οποία έδειξε ότι, μετά από πολλούς μήνες εξαιρετικά υψηλής αποδοχής της κοινής γνώμης για τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, η ανησυχία του κόσμου μετατρέπεται βαθμιαία σε προσδοκία, απαίτηση, αλλ’ ήδη και άρνηση. Το 65% των ερωτώμενων θεωρεί ότι τα όποια μέτρα ελήφθησαν με καθυστέρηση και μόνον 30% ότι ελήφθησαν εγκαίρως. κατά τα άλλα, ένα 52% δηλώνουν ότι δεν είναι ικανοποιημένο από τα μέτρα για την αντιμετώπιση ενώ 42% δήλωνε ικανοποιημένο.

Το αναφέρουμε αυτό εισαγωγικά, επειδή σιγά-σιγά συνειδητοποιείται ότι η διαχείριση της πολιτικής – ιδιαίτατα στα ζητήματα της πανδημίας και πάντως στον πυρήνα των υγειονομικά απαραίτητων μέτρων – από το Μαξίμου βασίζεται σε σταθερά διεξαγόμενες (και αναλυόμενες) μετρήσεις των τάσεων της κοινής γνώμης. Ασφαλώς και «η γνώμη των ειδικών/των επιστημόνων κλπ.» χρησιμεύει σαν πρώτο βάθρο των αποφάσεων, όμως το δημοσκοπικό υλικό εξετάζεται συνεχώς: μην εκπλήξει λοιπόν, μια εκδοχή επίδειξης συναίνεσης – όχι αναγκαστικά προς την κατεύθυνση που πήγε να «υπαγορεύσει» ως Αντιπολίτευση ο Αλέξης Τσίπρας με την υπόδειξη της Αθηνάς Λινού ως «κοινή συναινέσει» υπουργού Υγείας (αρχικά φάνηκε ότι η ίδια δεν είχε ερωτηθεί ,τελικώς προκύπτει ότι είχε πάντως ενημέρωση για την πρόταση…) αλλά πάντως προς την κατεύθυνση «κάποιας» συναινετικής διαχείρισης των αυστηρότερων μέτρων πανδημίας, αν η κατάσταση δεν συγκρατηθεί τις αμέσως επόμενες ημέρες. (Παράδειγμα η διαχείριση Αυστραλίας, με διακομματικό χειριστή των δυσκολότερων μέτρων, ως μείγμα Κικίλια και Χαρδαλιά).

Επειδή ξεκινήσαμε να «διαβάζουμε» αντίστροφα την συζήτηση στην Βουλή για την πανδημία, να σημειώσουμε ότι στου ίδιου του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και την αρχική τοποθέτηση υπήρξε η – σπάνια, για τα ελληνικά πράγματα – αναγνώριση ενδεχόμενων σφαλμάτων κατά την διαχείριση (στον δρόμο που είχε ανοίξει, όσο κι αν εν συνεχεία αναδιπλώθηκε, ο… Άδωνις Γεωργιάδης), αλλά στην τριτολογία του διαγνώσαμε οσμή αναζήτησης συναίνεσης. Θα κατορθώσει, άραγε, να επιβιώσει μια τέτοια ιδέα από τις πιέσεις που του ασκούνται, από το ίδιο του το κόμμα αλλά και από την μηντιακή χορωδία, να μην δώσει την αίσθηση ότι εγκαταλείπει την αντίληψη κυριαρχίας στο πολιτικό σκηνικό, ότι διανοείται να υποκύψει σε Σειρήνες «συγκυβέρνησης» κοκ; Πάντως ο παραδοσιακός καυγάς στην Βουλή δεν έλειψε, με ΣΥΡΙΖΑ/Τσίπρα ασφαλώς, αλλά και ΚΙΝΑΛ/Γεννηματά, ακόμη και με Γιάνη Βαρουφάκη. Αν μη τι άλλο, προς τιμήν των παραδόσεων…

Εδώ, ολίγον τι από σπόντα, μπήκε στην μέση και η υπόθεση του εορτασμού του Πολυτεχνείου. Και την μεν – εδώ και χρόνια απούσα – μαζικότητα εκδηλώσεων για την επέτειο την έχει ήδη αδειάσει ο ίδιος ο Covid-19, μην ξεγελιόμαστε! (Όσον αφορά, δε, την ιδέα συμμετοχής σε πορεία από τον ΣΥΡΙΖΑ, υπήρχε σταθερά αδυναμία συγκέντρωσης μεγάλου μπλοκ που να συγκρίνεται με του ΚΚΕ και άλλων: μια χαρά θα ικανοποιηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με την κατάθεση στεφάνου και μόνον). Όμως η αντιπαράθεση που προκάλεσε/αποδέχθηκε ο Πρωθυπουργός τόσον με το ΚΚΕ – και μάλιστα τον πάντα πειθαρχημένο Δημήτρη Κουτσούμπα – όσο και με  τον Γιάνη (ένα «ν») Βαρουφάκη, δείχνει πόση δυσανεξία υπάρχει για οποιαδήποτε λογική της συναίνεσης. Είχε προηγηθεί, ειν’ αλήθεια, η πρωτοβουλία του υπουργού ΠροΠο Μιχάλη Χρυσοχοΐδη να εξαγγείλει μαχητικά ότι οι πορείες θα απαγορευθούν, και ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ να διαβεβαιώσει ότι θα υπάρξει συνεννόηση με κόμματα, νεολαίες, φορείς (Σημειωτέον ότι η «αιματοβαμμένη σημαία του Πολυτεχνείου», τηρείται στην ΠΑΣΠ …). Καλύτερος τόπος να δυναμιτιστεί η όποια συνεννόηση δεν υπήρχε.