Ξενάγηση της προσαρμογής που έγινε στα εργασιακά επί Μνημονίων

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Πλησιάζει να γίνει γενική παραδοχή το ότι τα τρία διαδοχικά Προγράμματα Προσαρμογής της Ελληνικής οικονομίας – που γνωρίσαμε και ζήσαμε ως Μνημόνια – στο διάστημα 2010-18, αν ένα θεμελιακό σφάλμα είχαν αυτό ήταν ότι ξεκίνησαν την διόρθωση των βαθύτατων ανισορροπιών με τις οποίες βρέθηκε τότε η Ελλάδα με τις παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας. Προηγήθηκε εδώ η διόρθωση από εκείνην στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να συμπιεσθούν απότομα τα εισοδήματα και ως εκ τούτου η κατανάλωση, βυθίζοντας την οικονομία σε ύφεση πολύ μεγαλύτερη της «απαιτούμενης».

Πλην όμως οι παρεμβάσεις στα εργασιακά έχουν γίνει. Η περιστολή της ελευθερίας κατάρτισης και της λειτουργίας των συλλογικών συμβάσεων – η μείωση (και με κρατικό, εν τέλει, καθορισμό) του κατώτατου μισθού – η άρση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης – η μείωση του μη-μισθολογικού κόστους με φορολογικές και κοινωνικοασφαλιστικές παρεμβάσεις, όλα αυτά έχουν συμβεί και ενσωματωθεί στην λειτουργία της οικονομίας. Έχει λοιπόν ενδιαφέρον, όχι δε μόνο θεωρητικό/μελετητικό, να δει κανείς τα συμπεράσματα σχετικής μελέτης του ΙΟΒΕ, με την συμπαράσταση του Hellenic Observatory του LSE, που παρουσιάστηκε προχθές (διαδικτυακά βέβαια) και βρίσκεται στην ιστοσελίδα του ΙΟΒΕ. Εν μέρει περιγραφική, η μελέτη αυτή αξιολογεί το τι έχει συμβεί και πού βρισκόμαστε. Δείχνει και κάπως προς το μέλλον.

Η περιγραφή της κατάστασης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα πριν την εποχή των Μνημονίων δεν φέρνει στο προσκήνιο κάτι το αληθινά καινούργιο. Με εξαιρετικά παραστατικά διαγράμματα, σύγκριση Ελλάδας. με μέσο όρο Ευρωζώνης, Πορτογαλία και Ισπανία, δείχνει πως στην πορεία προς την κρίση και μέχρι και το 2015 το κόστος εργασίας στην Ελλάδα αυξανόταν ταχύτερα, πως ο ονομαστικός μισθός είχε «ξεφύγει» με κορύφωση το 2009 – πάντως πως η σύγκριση με την παραγωγικότητα έδειχνε το αδιέξοδο να έρχεται, και πώς ήρθε η βίαιη προσαρμογή στο διάστημα 2010-18.

Από δίπλα, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα καταγράφεται σταθερά πολύ χαμηλότερη, και μάλιστα ιδιαίτερα στον γυναικείο πληθυσμό, στους τομείς που δικαιούνται πρόωρη συνταξιοδότηση – και στους νέους.

Αναμενόμενη – αλλά με ιδιαίτερη ένταση, όπως αναδεικνύουν τα διαγράμματα της μελέτης… – η διαφορά της Ελλάδας ως προς την φορολογική επιβάρυνση, δηλαδή την σύγκριση του ποσού φόρων που καταβάλλει ένα εργαζόμενο ζευγάρι με το συνολικό κόστος εργασίας που επωμίζεται ο εργοδότης: εδώ, η προσαρμογή του Μνημονίου-2 καταγράφει μια διόρθωση, που ωστόσο φρενάρει εν συνεχεία. Αντίστοιχα ισχύουν και για την ασφαλιστική επιβάρυνση, τα δε δύο προστιθέμενα χειροτερεύουν την συγκριτική εικόνα αισθητά.

Τελευταίο σκαλοπάτι, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης που μένουν σαφώς χαμηλότερα απ’ ότι στον υπόλοιπο Νότο (ακόμη περισσότερο: από την Ευρωζώνη συνολικά). Μπορεί μετά την επέλευση της κρίσης η ακούσια μερική απασχόληση να αυξάνεται αισθητά, αλλά πάλι το συνολικό αποτέλεσμα λίγο αλλάζει. Όμως, όποιος δεν θέλει να μείνει σε στερεότυπα περί τα εργασιακά, χρειάζεται να ενσωματώσει στην εικόνα και το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι μέσες ώρες εργασίας είναι υψηλές, αυξάνονται δε με την αρχή των Μνημονίων (μόνη η Πορτογαλία παρουσιάζει πιο απότομη αύξηση). Ενώ το ποσοστό αυτοαπασχολημένων είναι – και διατηρείται – υπερδιπλάσιο και από της Ευρωζώνης, και από του λοιπού Νότου.

Με αυτά όλα καταγεγραμμένα, πώς καταλήγουν τα συμπεράσματα της μελέτης; Αρκετά αναμενόμενο το εύρημα ότι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε – σημαντικά. Μετά την ασφαλιστική μεταρρύθμιση του 2014 υπήρξε μια, περιορισμένη, αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. περιορισμένη επειδή κυμάνθηκε από 1,2% (τις εντελώς κατώτερες εισοδηματικές ομάδες), μέχρι 0,8% κάπου στο μέσο της κατανομής (4ο δεκατημόριο της κατανομής) και στο 0,4% στο ανώτερο σημείο της κατανομής.

Την ίδια στιγμή, η διαπίστωση της μελέτης ότι τα υφιστάμενα αντικίνητρα για την απασχόληση σημείωσαν επίταση στην περίοδο 2010-14, με ιδιαίτερη επιβάρυνση στους νέους, αλλά και στον ανδρικό πληθυσμό, διορθώνεται κάπως με την μεταρρύθμιση του 2014 – όμως σε περιορισμένη έκταση. Για τις γυναίκες και τους νέους, η διόρθωση θεωρείται πολύ περιορισμένη.

Κατά τα άλλα, οι πρώτες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις – εκείνες του 2012 – είχαν αρνητική επίδραση στην τάση συμμετοχής στην εργασία, αλλά σημαντική αυξητική επίδραση στην προσφυγή (θα έλεγε κανείς καταφυγή…) στην μερική απασχόληση. Ομοίως και στις μέσες ώρες εργασίας. Σε εκείνη την φάση, το μοναδιαίο κόστος εργασίας παρουσίασε σημαντική υποχώρηση – ενώ, πάλι αναμενόμενο το συμπέρασμα, η εισοδηματική ανισότητα (GINI coefficient) στην Ελλάδα διευρύνεται σαφώς και μάλιστα περισσότερο απ’ ότι στις άλλες χώρες που βρέθηκαν με Προγράμματα, Μνημόνια.

Με όλη αυτή την εικόνα, οι προτεραιότητες πολιτικής που κατατέθηκαν με την μελέτη – περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης ώστε να ενισχυθεί η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, καταπολέμηση των διαρθρωτικών αδυναμιών (αδήλωτη εργασία, αναντιστοιχία δεξιοτήτων με την ζήτηση, κενά στην επαγγελματική εκπαίδευση/κατάρτιση), έμφαση στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας – μάλλον σε ευχές παραπέμπουν. Ενώ κάτι από ομολογία/εκ νέου διαπίστωση αστοχίας αποτελεί η διερώτηση: «πόσο κρίσιμη είναι η σειρά με την οποία επιχειρούσαν οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις σε μια οικονομία;» (Σε απλή απόδοση: με ποια σειρά γίνεται η δημοσιονομική προσαρμογή, η παρέμβαση στην αγορά εργασίας και εκείνη τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών). Η εμπειρία των Μνημονίων έδωσε την απάντηση ότι όταν καταβυθίζεις την αγορά εργασίας, γονατίζεις την οικονομία – απάντηση ως post mortem.