Χωνεύοντας Τεχνητή Νοημοσύνη (συνέχεια)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Βλέπαμε χτες μερικά στιγμιότυπα από την ημερίδα «Quo Vadis A.I.», με προσπάθεια περιγραφής των προκλήσεων από την επιταχυνόμενη εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης στην σημερινή πραγματικότητα. Αξίζει να σταθούμε σε δυο επιμέρους εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν: του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, κάπως απροσδόκητα, που στάθηκε στις οικονομικές πτυχές. και του Κυριάκου Πιερρακάκη, πιο αναμενόμενα, ως υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής.

Ο Γιάννης Στουρνάρας, αποτίοντας στην αρχή φόρο τιμής στον Alan Turing που πρώτος έθεσε το ερώτημα «μπορούν οι υπολογιστικές μηχανές να σκεφθούν;», ερώτημα το οποίο έφυγε από την σφαίρα της φιλοσοφίας για να προσγειωθεί στην ίδια την καθημερινότητα, έδωσε τις παραμέτρους της τεχνολογικής επιτάχυνσης με ό,τι σημαίνει για την οικονομική (και, άρα, την πρακτική) διάσταση: το τσιπάκι των 20.000 δολαρίων του 1970, σήμερα κοστίζει λιγότερο από 0,002 ευρώ – και η υπολογιστική ικανότητα διπλασιάζεται κάθε 3,4 μήνες, αντί για τους 18 μήνες του «νόμου του Moore».

Στάθηκε εν συνεχεία ο Γ. Στουρνάρας σε εκτιμήσεις μελετητών για τις δυνατότητες αύξησης της προστιθέμενης αξίας στις οικονομίες – ο λόγος για την Ευρωπαϊκή κλίμακα – από την εισαγωγή Α.Ι., ιδίως μέσω αύξησης της παραγωγικότητας: διπλασιασμός του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης κατά Accenture, αύξηση του ΑΕΠ κατά 19,4% σε ορίζοντα 2030 κατά McKinsey. (Αφήνουμε κατά μέρος την πρόβλεψη για αύξηση 26% της Κινεζικής οικονομίας μέχρι το 2030, ενόσω «τρέχει» ο κορωνοϊός…). Πάντοτε στο επίπεδο των επιπτώσεων στην οικονομία, η προσέγγιση Στουρνάρα επεσήμανε ότι η ψηφιακή υστέρηση της Ευρώπης έναντι ΗΠΑ, αλλά και Κίνας, υστέρηση της τάξεως του 35%, δεν δείχνει να μειώνεται. Πάντως, επιστρέφοντας στις προσδοκίες για αύξηση/απογείωση της παραγωγικότητας, πήρε την προφύλαξη να πει πως «φαίνεται ότι απαιτείται υπομονή μέχρι να δούμε στις στατιστικές της παραγωγικότητας την συμβολή την Α.Ι.».

Στον τομέα της Διοίκησης/Οργάνωσης των επιχειρήσεων, μετέφερε την άποψη ότι οι βελτιώσεις λόγω Α.Ι. μπορούν να φέρουν μέχρι και κατά 80% υψηλότερη κέρδη, ενώ π.χ. στον τομέα του ανθρώπινου δυναμικού οι εύστοχες προσλήψεις θα μπορούσαν να βελτιωθούν δια της χρήσεως Α.Ι. μέχρι και κατά 20%. Κυριότερα ωφελημένες οι μεγάλες επιχειρήσεις – ενώ παράλληλα μέχρι 40% των θέσεων εργασίας στην ΕΕ, 47% στις ΗΠΑ θα καταλήξουν απειληθούν (με αντισταθμιστική (;) αύξηση των ευκαιριών υψηλής εξειδίκευσης).

Στον τομέα των χρηματοπιστωτικών, τέλος, όπου ως Διοικητής ΤτΕ ο Γ. Στουρνάρας λογικά είχε βαρύνουσα γνώμη, είχε ενδιαφέρον να δει κανείς πόσο επέμεινε στο αναπόφευκτο της εξέλιξης των τραπεζικών και άλλων χρηματοπιστωτικών λειτουργιών, με χρήση της Α.Ι. «σε πελατοκεντρικές λειτουργίες». Και η μεν δημιουργία προσωποποιημένων δανείων και επενδυτικών προϊόντων, ή η αντίστοιχη στα ασφαλιστικά προϊόντα ήδη προχωράει, όμως η «υπόσχεση» για βελτίωση της εμπειρίας του πελάτη σαν να φέρνει μειδίαμα – πικρό – μετά τις επί του εδάφους εμπειρίες των τελευταίων χρόνων. Μάλλον στην χρήση Α.Ι. για τους ρυθμιστές των χρηματοπιστωτικών, για τους εφαρμοστές των κανόνων, για τις καταπολεμήσεις της απάτης και του ξεπλύματος, εκεί βλέπουμε το μέλλον…  Τουλάχιστον ενθαρρυντικό που ο Γ. Στουρνάρας έκλεισε με επισήμανση των συνειδητοποιημένων κινδύνων: αδιαφάνεια των αλγορίθμων, μεροληψία εγγενής στον σχεδιασμό τους, ευπάθειες (ευγενική περιγραφή των κινδύνων στην ασφάλεια των πληροφοριών), ρηχή γνώση/ελλιπής εξοικείωση του προσωπικού…

Διαφορετικά προσγειωτική για την Ελληνική πραγματικότητα η εισήγηση του Κυριάκου Πιερρακάκη, υπό την έννοια ότι προκειμένου να υπάρξουν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης εδώ θα χρειαστεί πρώτα η χώρα να αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα κανονικοποιημένα και διαλειτουργικά (αυτή η αντισηπτική διατύπωση, σημαίνει ότι κήποι στην έρημο, δύσκολα ευδοκιμούν). Υποσχέθηκε ο Κ. Πιερρακάκης μέχρι τέλη Μαρτίου «Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού» για την Ελλάδα.

Έχοντας γίνει πολιτικός, ο Κ. Πιερρακάκης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην κρισιμότητα της επιμόρφωσης και ανάπτυξης δεξιοτήτων, αν είναι « η αγορά εργασίας να συμβαδίσει με την τεχνολογική επιτάχυνση». Ο ίδιος, τις είδε αυτές τις προοπτικές να προκύπτουν από στροφή του όλου εκπαιδευτικού συστήματος σε συνέργειες με τον ιδιωτικό τομέα και με την Κοινωνία των Πολιτών.