Οικονομική Επιθεώρηση, Μάρτιος 2021, τ. 1004

Του Αντώνη Κεφαλά

Χρέος και ανάπτυξη την επόμενη μέρα

Με παγκόσμιο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της τάξης των 180 τρισ. ευρώ, η συνολική στήριξη για την αντιμετώπιση της πανδημίας ανέρχεται μέχρι σήμερα σε περίπου 10 τρισ. Οι κεντρικές τράπεζες έχουν μετατραπεί σε παραρτήματα των Υπουργείων Οικονομικών και τυπώνουν χρήμα. Στόχος είναι η παροχή ρευστότητας σε άτομα, οικογένειες και επιχειρήσεις, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα απανθρωπιάς, η αύξηση της ανεργίας, το κλείσιμο επιχειρήσεων. Πρόκειται για μια μεγάλη επιχείρηση εν μέρει ανθρωπιστικής βοήθειας και πολύ περισσότερο διαφύλαξης του παραγωγικού ιστού.

Το αναπόφευκτο ερώτημα αφορά την επόμενη μέρα. Διότι δεν είναι μόνο οι αλλαγές που επίσης αναπόφευκτα θα συμβούν στη δομή της παραγωγής αγαθών και παροχής υπηρεσιών, καθώς και στη μορφή της απασχόλησης. Είναι και τα μεγάλα χρέη που έχουν ήδη συσσωρευτεί και θα συνεχίσουν να συσσωρεύονται, τουλάχιστον μέχρι να τεθεί σε έλεγχο η πανδημία.

Υπάρχουν τρία θέματα που ανακύπτουν: ποια οικονομική πολιτική θα εφαρμοστεί, τι γίνεται με τα χρέη, πώς αντιμετωπίζονται τα αίτια της οικονομικής κρίσης που προϋπήρχε της πανδημίας;

Ως προς την οικονομική πολιτική, τα τρέχοντα προβλήματα δείχνουν προς μία κατεύθυνση μόνο: την επένδυση. Τρία είναι τα πλεονεκτήματα:

  • Οι ισχυροί πολλαπλασιαστές που σχετίζονται με τις επενδύσεις, και ειδικά τις δημόσιες, οι οποίες και οφείλουν να δείξουν τον δρόμο. Μέσα στο καθεστώς της αβεβαιότητας που θα επικρατεί, ο ιδιωτικός τομέας μάλλον θα είναι αρχικά διστακτικός να επεκταθεί πέρα από τα γνωστά του «λημέρια».
  • Η τεχνολογική πρόοδος, η οποία μπορεί από τη μία μεριά να καταστρέφει τομείς και θέσεις εργασίας καθιστώντας τους αχρείαστους, από την άλλη όμως ανοίγει νέους ορίζοντες, νέες επενδυτικές προοπτικές, νέες θέσεις εργασίας.
  • Η συγκριτικά ταχεία αντιμετώπιση της ανεργίας, καθώς οι δημόσιες επενδύσεις μπορούν να κατευθυνθούν σε σχετικά ώριμα προγράμματα, αλλά και σε άλλα, με σύντομη ημερομηνία ολοκλήρωσης, ώστε να υπάρχει η ευλυγισία αλλαγής κατεύθυνσης, αν οι μακροοικονομικές εξελίξεις το υπαγορεύσουν – π.χ. σε περίπτωση ξαφνικής ανόδου του πληθωρισμού.

Ως αντίλογος μπορεί να υποστηριχτεί ότι με τον τρόπο αυτό μεγεθύνεται ακόμη περισσότερο το χρέος. Στο επίπεδο όπου βρισκόμαστε, δεν υπάρχει καλύτερη τοποθέτηση κεφαλαίων: αν οι κυβερνήσεις επενδύσουν με προσοχή και με στόχο την τόνωση της ανάπτυξης σε συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης, αυτές οι επενδύσεις θα αποπληρώσουν το χρέος που δημιουργείται για τη χρηματοδότησή τους.

 

Το θέμα του χρέους

Ήδη, έχουν κατατεθεί σχετικές προτάσεις – και μάλιστα με την Ελλάδα να εκφράζεται μέσω αξιόλογων οικονομολόγων, όπως οι Γ. Αλογοσκούφης, Ν. Χριστοδουλάκης, Κ. Γάτσιος, Δ. Α. Ιωάννου κ.ά. Ουσιαστικά, δύο είναι οι προσεγγίσεις: η σταδιακή μείωση του χρέους, ακολουθώντας μια συνετή δημοσιονομική πολιτική, ή η διαγραφή του.

Στην πρώτη περίπτωση, όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Αλογοσκούφης, η επιτυχία εξαρτάται από τη διατήρηση των χαμηλών επιτοκίων και περιορισμών στη διακίνηση κεφαλαίων. Αυτός ο τελευταίος παράγων είναι σημαντικός και θα επανέλθουμε σε αυτόν. Στη δεύτερη περίπτωση, η διαγραφή δεν είναι τόσο ριζοσπαστική όσο ακούγεται, απλώς διότι το χρέος είναι συσσωρευμένο κατά κύριο λόγο στα χέρια των κεντρικών τραπεζών. Από μια σκοπιά θα πρόκειται για μια λογιστική πράξη.

Εναλλακτικά, για να ικανοποιηθούν οι ηθικές επιταγές περί μη διαγραφής χρεών διότι δημιουργείται κακό προηγούμενο, προτείνεται η αντικατάσταση των ομολόγων που έχουν εκδοθεί για τη στήριξη της αγοράς στον καιρό της πανδημίας με άλλα, που δεν λήγουν ποτέ (ομόλογα στο διηνεκές) και φέρουν μηδενικό ή εξαιρετικά χαμηλό και σταθερό επιτόκιο.

Θα παρατηρήσω ότι η ήπια προσαρμογή ταιριάζει σε εποχές όπου η παραγωγή έχει καταστραφεί – οπότε η ανάγκη για επενδύσεις και η μορφή που θα πάρουν είναι φανερή και μη διαπραγματεύσιμη. Στην ουσία η οικονομία κτίζεται από την αρχή και αυτό είναι πολύ πιο απλό σε σύγκριση με σήμερα, όπου το σύστημα εμπεριέχει τα στοιχεία της κρίσης που προϋπήρχε, η τεχνολογία αναμορφώνει τη δομή της παραγωγής και το ήθος της εργασίας και οι παγκόσμιες προκλήσεις απαιτούν αποφάσεις και πράξεις για τις οποίες δεν υπάρχει ομοφωνία.

Με την κοινωνία σε κατάσταση νευρικής κρίσης, την οικονομία σε μόνιμη κρίση και την πολιτική να ρέπει προς τα άκρα, η ουσιαστική διαγραφή του συσσωρευμένου λόγω της πανδημίας χρέους, είτε με λογιστική πράξη είτε με την έκδοση ομολόγων στο διηνεκές, είναι αναγκαία και επιτακτική.

Οφείλουμε να επικεντρωθούμε στην κρίση που ξέσπασε το 2008 και από την οποία δεν έχουμε ξεφύγει. Απλώς η πανδημία την έκρυψε από τη δημοσιότητα. Στο παρασκήνιο υπάρχει, εντείνεται από τις σύγχρονες εξελίξεις και μετά τον πανδημία θα επιστρέψει ισχυρότερη και πολύ πιο επικίνδυνη.

 

Η παλιά νέα κρίση

Η παγκοσμιοποίηση δεν αφορούσε μόνο το εμπόριο. Η αξία του έφτασε τα 19 τρισ. δολάρια το 2014, έχοντας τετραπλασιαστεί μέσα σε 15 χρόνια. Αυτό ήταν αποτέλεσμα εξελίξεων με ηγέτες την Ευρώπη και τις ΗΠΑ και με σύγχρονη αφετηρία τις αποφάσεις της ΕΕ – το Single European Act του 1987.

Παράλληλα, όμως, εκτινάχτηκε και η κίνηση κεφαλαίων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ανερχόταν στο 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Δεκαπέντε χρόνια μετά είχε φτάσει το 20%. Διπλάσιο ως ποσοστό του ΑΕΠ από το εμπόριο και με ρυθμό αύξησης τριπλάσιο αυτού του εμπορίου. Αφετηρία ήταν η κατάργηση του Glass Steagall Act στις ΗΠΑ, καθώς και η άρση πολλών όρων χρηματοπιστωτικής εποπτείας από τον πρόεδρο Κλίντον.

Η παγκοσμιοποίηση είχε πλέον μετατραπεί σε χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση. Οι κινήσεις κεφαλαίων μπορούσαν να στηρίξουν ή να καταβαραθρώσουν μια οικονομία – ακριβώς όπως οι ροές κερδοσκοπικών κεφαλαίων (Hot Money) είχαν ήδη αρχίσει να επιβραδύνουν το πρώτο κύμα παγκοσμιοποίησης στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τη σταματήσει τελείως.

Οι εξελίξεις αυτές συμβαίνουν στο πλαίσιο ενός «μη συστήματος», όπως το αποκαλεί η Πάολα Σουμπάτσι (Paola Subacchi), που διαδέχτηκε το κύριο σύστημα διεθνούς οικονομικής συνεργασίας του Bretton Woods. Γρήγορα ξεχνώντας τα παθήματα από τον Κανόνα του Χρυσού (Gold Standard) και την αδυναμία των αγορών (α) να βρουν αυτόματα σημείο ισορροπίας χωρίς υψηλή ανεργία και (β) να αντιμετωπίσουν τις εγγενείς ακρότητες του καπιταλισμού, τα κράτη στηρίχτηκαν και πάλι στη λογική της αγοράς και του ατόμου.

Το αποτέλεσμα της πλήρους απελευθέρωσης στην κίνηση κεφαλαίων ήταν η εμφάνιση και εγκαθίδρυση του καπιταλισμού-καζίνο, όπου στόχος δεν είναι η δημιουργία αξίας αλλά η εξόρυξη αξίας. Στόχος δεν είναι η καταπολέμηση των ανισοτήτων –όπως έγινε στα 30 χρόνια από το 1945 έως το 1975– αλλά η μεγιστοποίηση των βραχυχρόνιων (τριμηνιαίων για την ακρίβεια) κερδών σε όφελος των μετόχων.

Οι ανισότητες όλων των μορφών, από το εισόδημα μέχρι τον θάνατο, που δημιουργεί και ανέχεται ο καπιταλισμός-καζίνο μεγεθύνονται και επεκτείνονται με τις σύγχρονες προκλήσεις της τούρμπο τεχνολογικής προόδου, της κλιματικής αλλαγής, της μετανάστευσης και των κορονοϊών. Για παράδειγμα, όλες οι έρευνες των τελευταίων ετών δείχνουν ότι η τεχνολογική πρόοδος θίγει πρωταρχικά τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις. Όλες οι έρευνες των τελευταίων μηνών δείχνουν το ίδιο για την επίπτωση του κορονοϊού. Όλες οι έρευνες της τελευταίας δεκαετίας καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα σχετικά με τις επιπτώσεις που φέρνει η κλιματική αλλαγή.

Το ερώτημα, λοιπόν, αφορά τη μορφή της οικονομικής πολιτικής που οφείλουμε να ακολουθήσουμε προκειμένου να αποφύγουμε την περαιτέρω άνοδο των ανισοτήτων, που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή, πολιτική αστάθεια και ροπή προς τον αυταρχισμό.

Στο περιβάλλον αυτό, το θέμα του χρέους είναι μάλλον δευτερεύον. Έχει έρθει η εποχή όπου οι διορατικές κυβερνήσεις θα συνεργαστούν με τις καινοτόμες επιχειρήσεις προκειμένου να κατευθύνουν τις επενδύσεις στην εκπαίδευση-μετεκπαίδευση-απόκτηση δεξιοτήτων, στην απάλυνση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, στην ανθρωπιστική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

Η παγκοσμιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ενέχει πλέον πολύ περισσότερους και πολύ μεγαλύτερους κινδύνους από τα hot money του 1950 και τους gnomes of Zurich του 1960. Η επιβολή ελέγχων είναι τώρα πια εκ των ων ουκ άνευ.

Εδώ και έναν χρόνο έχουμε μπει σε πόλεμο. Απλώς δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμη πως ο πόλεμος δεν αφορά μόνο τον κορονοϊό αλλά το σύνολο των παγκόσμιων προκλήσεων. Από την ανταπόκρισή μας θα εξαρτηθεί αν θα περάσουμε σε μια νέα εποχή ανάπτυξης και κοινωνικής πρόνοιας ή αν θα διολισθήσουμε σε αυταρχικές μεθόδους διαχείρισης του καπιταλισμού και της πολιτικής ζωής.