Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2021, τ. 1006

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ του Απόστολου Λακασά – lakasas@otenet.gr

Υποψήφιοι διδάκτορες όλων των ΑΕΙ ενωθείτε!

Η εκμετάλλευση της εργασίας τους από τα πανεπιστήμια δημιουργεί σχέσεις

εξάρτησης από τους καθηγητές και επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα των διατριβών

Τα ελληνικά πανεπιστήμια υιοθετούν μια απαράδεκτη πρακτική κατά νέων επιστημόνων. Τους αξιοποιούν χωρίς αμοιβές καθώς εκείνοι προσβλέπουν σε μια θέση εργασίας, στην καλύτερη περίπτωση μια εκλογή σε θέση πανεπιστημιακού. Το θέμα έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες και στη στελέχωση των ελληνικών ΑΕΙ με άξιους επιστήμονες. Και αυτό διότι οι εν αναμονή υποψήφιοι διδάκτορες και ερευνητές δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης εντός των ΑΕΙ και διεκδικούν –εύλογα, εκ μέρους τους– προτεραιότητα για μια θέση πανεπιστημιακού στο ίδιο ΑΕΙ έναντι άλλων υποψηφίων που έρχονται από άλλο πανεπιστήμιο της Ελλάδας ή του εξωτερικού.

Άμισθη εργασία

Ειδικότερα, πάνω από 5.000 υποψήφιοι διδάκτορες και ερευνητές βρίσκονται στο έλεος της Πολιτείας και των ΑΕΙ. Πρόκειται για πτυχιούχους, οι περισσότεροι στη δεκαετία των 30 και 40, οι οποίοι εισέρχονται στο ΑΕΙ για διδακτορική διατριβή, προσφέροντας άμισθη εργασία και προσβλέποντας σε μια θέση εργασίας. Η διαδικασία είναι η ακόλουθη, όπως την περιέγραψε στην Οικονομική Επιθεώρηση ο καθηγητής του τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ Λουκάς Βλάχος: Τα Τμήματα ανακοινώνουν ετησίως νέες θέσεις υποψηφίων διδακτόρων (ΥΔ). Συνήθως οι υποψήφιοι διδάκτορες συζητούν με τους καθηγητές που πρότειναν το ερευνητικό θέμα για διδακτορικό και παίρνουν την έγκρισή τους πριν υποβάλουν αίτηση. Δεν είναι από το Τμήμα υποχρεωτικό ο ΥΔ να αμείβεται για να ξεκινήσει το διδακτορικό του και στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ΥΔ δεν αμείβονται, παρότι η έρευνα για το διδακτορικό διεθνώς είναι εργασία πλήρους απασχόλησης και απαιτεί σκληρή δουλειά και συγκέντρωση. Έτσι, οι περισσότεροι ΥΔ στην Ελλάδα εργάζονται και σε δεύτερη δουλειά και η άμισθη εργασία για το διδακτορικό είναι μερικής απασχόλησης.

Ο αριθμός αυτών των νέων ερευνητών που κάνουν διδακτορικό στα ελληνικά πανεπιστήμια υπολογίζεται πάνω από 5.000 και ήδη άρχισαν να εμφανίζονται σε διάφορα ιδρύματα (π.χ. Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΜΠ) οι «Πρωτοβουλίες Υποψηφίων Διδακτόρων και Ερευνητών», με αιτήματα να δηλωθεί η άμισθη εργασία τους για να τους παρέχεται δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, κ.ά. «Η πρωτοβουλία μας αποτελεί συλλογική προσπάθεια να διαχωρίσουμε τη διδακτορική έρευνα από το πρότυπο του φοιτητή ή της φοιτήτριας και να την αναγνωρίσουμε ως αυτό που πραγματικά είναι: η άκρως ελαστική, ανασφάλιστη, κακοπληρωμένη ή κι απλήρωτη εργασία μας. Για μας το να συναντηθούμε και να διεκδικήσουμε όλα αυτά που δικαιούμαστε για το ερευνητικό έργο που παράγουμε δεν αποτελεί κάποιον ιδεολογικό αγώνα. Αντιθέτως, είναι μια κοινή ανάγκη, η οποία και πρόκειται να κρίνει την επιβίωσή μας μέσα στον χώρο της εργασίας μας, το ακαδημαϊκό εργοστάσιο», λένε τα μέλη της Πρωτοβουλίας Υποψηφίων Διδακτόρων και Ερευνητών του ΕΚΠΑ.

Μιλώντας στην Οικονομική Επιθεώρηση, μέλη της Πρωτοβουλίας παρέπεμψαν στα κείμενά τους, που περιγράφουν έκδηλα την κατάσταση από την πλευρά τους. «Πίσω και πέρα από την όποια απόλαυση της επιστημονικής δημιουργικότητας, η διδακτορική έρευνα στο ελληνικό πανεπιστήμιο έχει καθιερωθεί ως μια παραγωγική μονάδα που χρηματοδοτείται κυρίως από κρατικές υποτροφίες, μπάτζετ καθηγητάδων που μοιράζουν μισθούς-χαρτζιλίκι, αλλά και παντελώς απλήρωτες ερευνήτριες και ερευνητές που εξωθούνται στην παράλληλη, εξωπανεπιστημιακή εργασία. Σαν να μην έφτανε αυτό, κι εκτός του ωραρίου-λάστιχο, ως υποψήφιοι διδάκτορες υποχρεούμαστε σε αμέτρητες ακαδημαϊκές αρμοδιότητες, όπως η ενίσχυση των εργαστηρίων, οι διορθώσεις εργασιών και άλλες τόσες εργατοώρες, οι περισσότερες εκ των οποίων παράτυπες κι απλήρωτες και ως εκ τούτου η επιτομή της χαμαλοδουλειάς. Εν τέλει, στην πλειονότητά τους, όλα τα παραπάνω εργασιακά καθεστώτα δεν προβλέπουν καμία απολύτως σύμβαση εργασίας, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι από εμάς να είμαστε ανασφάλιστοι, και κατά συνέπεια απολύτως αόρατοι σε οποιαδήποτε κρατική παροχή που δικαιωματικά μας ανήκει», γράφουν.

Πηγές χρηματοδότησης

Την εικόνα αποτυπώνουν τα στατιστικά στοιχεία της μελέτης του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Για τους περισσότερους διδάκτορες, σταθερά την περίοδο 2016-2019 βασική πηγή χρηματοδότησης των διδακτορικών σπουδών τους ήταν οι προσωπικές αποταμιεύσεις και η υποστήριξη από την οικογένεια. Ως ιδιαίτερα σημαντική, πάντως, κρίνεται και η λήψη υποτροφίας από ελληνικό ίδρυμα, ιδιαίτερα για τους διδάκτορες του 2019. Όσον αφορά την ηλικία των νέων διδακτόρων, οι περισσότεροι ανήκουν διαχρονικά στην ηλικιακή ομάδα ως 35 ετών, ενώ ακολουθεί στη δεύτερη θέση η αμέσως επόμενη ηλικιακή ομάδα (35 έως 44 έτη).

Μιλώντας στην Οικονομική Επιθεώρηση, υποψήφιος διδάκτορας που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του τόνισε ότι «κοιτάζοντας πέρα από τα στατιστικά του ΕΚΤ, παρατηρούμε ότι το 40% των διδακτόρων που αποφοίτησε το 2019 ζούσε από τα εισοδήματα των γονέων του και το 20% ζούσε από κάτι άλλο, προφανώς ιδιαίτερα μαθήματα και διδασκαλία σε φροντιστήρια. Το 25-30% αμειβόταν μέσω “υποτροφίας”, ή σωστότερα “σύμβασης έργου”, το οποίο σημαίνει ότι ο “υπότροφος” αντιμετωπίζεται στην πραγματικότητα ως ελεύθερος επαγγελματίας που πληρώνεται “με το κομμάτι” και δεν απολαμβάνει ασφάλισης. Εν ολίγοις, μια από τις πρώτες γραμμές στην ερευνητική εργασία είναι 60% απλήρωτη και 85-90% ανασφάλιστη. Προφανώς, αυτά αφορούν τους διδάκτορες που αποφοίτησαν, αφού πολλοί (απλήρωτοι) εργαζόμενοι στην έρευνα τα παρατούν διότι δεν μπορούσαν να δουλεύουν σαν χομπίστες ή να δουλεύουν 16 τουλάχιστον ώρες τη μέρα».

Αναζητώντας λύση

Το αποτέλεσμα της μερικής απασχόλησης για την έρευνα και την ολοκλήρωση του διδακτορικού είναι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωσή του (αν ολοκληρωθεί) και μπορεί να συνεπάγεται χαμηλή απόδοση ποιοτικά. Μάλιστα, το Υπουργείο Παιδείας τα προηγούμενα χρόνια με κονδύλια ΕΣΠΑ δημιούργησε έναν νέο θεσμό, την απόκτηση ακαδημαϊκής διδακτικής εμπειρίας για νέους επιστήμονες κατόχους διδακτορικού. Οι αμοιβές είναι 4.500 ευρώ ανά μάθημα με μέγιστη συμμετοχή σε τρία μαθήματα ανά έτος.

Ωστόσο, η κατάσταση αυτή έχει συνέπειες. «Ο μεγάλος αριθμός άμισθων νέων ερευνητών στον προθάλαμο για μια ακαδημαϊκή θέση μεγαλώνει την εξάρτησή τους από τα κυκλώματα καθηγητών, ζητώντας να τους στηρίξουν όταν θα προκηρυχθεί ακαδημαϊκή θέση. Η εξάρτηση από καθηγητές ΑΕΙ έχει πάρει τραγικές διαστάσεις, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση των νέων πανεπιστημιακών Τμημάτων από τη συγχώνευση πανεπιστημίων με ΤΕΙ. Οι καθηγητές τους ανταποκρίνονται διαμορφώνοντας κατάλληλα το γνωστικό αντικείμενο, ώστε να ταιριάζει σε συγκεκριμένους υποψηφίους. Τα εκλεκτορικά σώματα είναι “μιλημένα” και στο τέλος αθόρυβα και νόμιμα βολεύεται ένα έστω μικρό ποσοστό από αυτούς που περιμένουν. Η συνδιαλλαγή δίνει ελπίδες στους υπόλοιπους ερευνητές που παραμένουν παγιδευμένοι σε αυτό το απαράδεκτο παιχνίδι για χρόνια. Μπορώ να αναφέρω δεκάδες σχετικά παραδείγματα μη ακαδημαϊκής συμπεριφοράς στις προκηρύξεις και “τακτοποιήσεις” νέων που είναι γνωστοί σε καθηγητές», τονίζει ο καθηγητής του ΑΠΘ, υποδηλώνοντας τις «φωτογραφικές» προκηρύξεις θέσεων για να καλυφθεί από τον «ημέτερο» υποψήφιο.

Βέβαια, καθώς δίνεται προτεραιότητα στους υποψήφιους διδάκτορες που ολοκλήρωσαν το διδακτορικό τους άμισθοι στην Ελλάδα, αποκλείονται Έλληνες που αξιοκρατικά έγιναν δεκτοί και διεκδίκησαν το διδακτορικό τους σε ανταγωνιστικές και αμειβόμενες θέσεις στο εξωτερικό.

Υπάρχει λύση; Όπως ανέφερε στην Οικονομική Επιθεώρηση πανεπιστημιακός, τέλος στη στρέβλωση θα δοθεί όταν η Ελλάδα εναρμονιστεί με τις διεθνείς πρακτικές. Αυτό σημαίνει να γίνονται δεκτές αιτήσεις για την ολοκλήρωση του διδακτορικού από τους πανεπιστημιακούς και τα αρμόδια όργανα των Τμημάτων ΑΕΙ μόνο όταν έχει εξασφαλιστεί η αμοιβή τους από εθνικά, ευρωπαϊκά ή διεθνή ερευνητικά κονδύλια. Η απλήρωτη ερευνητική εργασία υποβαθμίζει τόσο την ερευνητική εργασία των υποψηφίων διδακτόρων, αλλά και τον ρόλο τους στα ΑΕΙ.