Οικονομική Επιθεώρηση, Μάιος 2021, τ. 1006

EΛΛΑΔΑ 1821-2021 του Γιώργου Βαϊλάκη

Ευαγγέλης Ζάππας: Ο αγωνιστής ευεργέτης που αναβίωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, παρουσιάζουμε μερικές από τις προσωπικότητες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση του νέου κράτους, αξιοποιώντας υλικό από το Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν του Κωνσταντίνου Βοβολίνη, ένα πεντάτομο έργο αναφοράς με 400 βιογραφίες

Η Ήπειρος, αυτός ο μικρός τόπος, έμελλε να γίνει η γενέτειρα πολλών Ελλήνων ευεργετών. Οι περισσότεροι ξεκίνησαν φτωχοί, συνήθως χωρίς κάποια μόρφωση, και δούλεψαν σκληρά, μακριά από την πατρίδα, για να αποκτήσουν τα πλούτη τους. Απ’ την άλλη, η ξενιτιά τούς δημιουργούσε νοσταλγία, αγάπη και γνήσιο ενδιαφέρον για το νέο ελληνικό κράτος και η προσφορά τους προς αυτό έμοιαζε σε αρκετές περιπτώσεις να είναι ανεκτίμητη. Οι περιπτώσεις Ηπειρωτών που απέκτησαν τεράστιες περιουσίες έξω από τα ελληνικά σύνορα και έγιναν μεγάλοι ευεργέτες είναι ουκ ολίγες και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την οικογένεια Σίνα, τον Γεώργιο Αβέρωφ, τους αδελφούς Ζωσιμά και, φυσικά, τον Ευαγγέλη Ζάππα.

Ήταν Ηπειρώτης αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, υπασπιστής του Μάρκου Μπότσαρη, εμπειρικός χειρουργός στα χρόνια του Αγώνα, αρχικά ενοικιαστής και μετέπειτα ιδιοκτήτης και καλλιεργητής απέραντων εκτάσεων στη Ρουμανία, δημιουργός σε αυτήν μιας σειράς επιχειρήσεων και εν τέλει εθνικός ευεργέτης (με κληροδότημά του ανεγέρθηκε το Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα), ενώ πρωτοστάτησε στην αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Αναμφίβολα, μια πολυσχιδής προσωπικότητα, που ήξερε να αγωνίζεται για να πετύχει, ανεξαρτήτως κάθε φορά του σκοπού, αναδεικνύοντας την εκάστοτε δράση του σε υψηλή τέχνη. Άλλωστε, η πολυδαίδαλη, ταραχώδης διαδρομή του το αποδεικνύει ποικιλοτρόπως.

Ικανός και επιδέξιος μαχητής

Το πατρικό σπίτι των Ζαππαίων στο Λάμποβο της Β. Ηπείρου όπως είναι σήμερα

Ο Ευαγγέλης Ζάππας γεννήθηκε στο Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου το 1800 και ήταν γιος του εμπόρου Βασιλείου Ζάππα και της Σωτήρας Μέξη. Ανήκε σε ιδιαίτερα ευκατάστατη οικογένεια, αφού ο πατέρας του ήταν σημαίνων έμπορος της περιοχής, ενώ είχε και έναν αδελφό επτά χρόνια μεγαλύτερο, τον Αναστάσιο. Ο Ευαγγέλης έλαβε στοιχειώδη μόρφωση, διδάχθηκε «γράμματα ολίγιστα και ταύτα αυτοδιδασκόμενος», και σε ηλικία 13 μόλις ετών μετέβη στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, στην οποία υπηρέτησε μέχρι την ηλικία των 20 ετών. Παρέμεινε στη φρουρά ακόμη και όταν άρχισε η επίθεση εναντίον του από τα στρατεύ­ματα του σουλτάνου. Μάλιστα, από τη στιγμή που πληροφορήθηκε ότι οι Σουλιώτες υπό τον Μάρκο Μπότσαρη πολεμούσαν τις σουλτανικές δυνάμεις στο πλευρό του Αλή, ενώθηκε μαζί τους. Ήταν τόσο ικανός και επιδέξιος μαχητής που δεν άργησε να γίνει το πρωτοπαλίκαρο του Μπότσαρη.

Αγωνίστηκε για την υπεράσπιση του Σουλίου και έπειτα από τη λύση της πολιορκίας, τη συνθηκολόγηση (στις 28 Ιουλίου 1822) και την εκτέλεση του Αλή Πασά κατέφυγε στο Μεσολόγγι. Μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, θα υπηρετούσε υπό τον Κώστα Μπότσαρη, τον Νικόλαο Ζέρβα, τον Λάμπρο Βέικο, τον Νάκο Πανουργιά και τον Γιάννη Γκούρα. Το 1824 έλαβε τον βαθμό του ταξιάρχου και ορίστηκε διοικητής στα Βλαχοχώρια της Αιτωλοακαρνανίας. Αλλά επειδή οι στρατιωτικές του ικανότητες τον έκαναν ευρύτερα γνωστό, οι Τούρκοι για αντίποινα απήγαγαν τη μητέρα του και την κράτησαν αιχμάλωτη στο νησί της λίμνης Παμβώτιδας, στα Ιωάννινα, ενώ του αφαίρεσαν την οικογενειακή του περιουσία.

«Την μεν ζωήν μου οφείλω ήδη εις την πατρίδα μου»

Ευαγγέλης Ζάππας, μαρμάρινος ανδριάντας του Ιωάννη Κόσσου στο Ζάππειο Μέγαρο το 1864

Μόλις πληροφορήθηκε την αιχμαλωσία της μητέρας, όχι μόνο αποφάσισε να μην υποκύψει, αλλά συνέχισε τον Αγώνα, που τον αντιλαμβανόταν ως πολύ πιο σημαντικό. Το συναφές απόσπασμα με τα λόγια του Ευαγγέλη Ζάππα πραγματικά συγκλονίζει: «Ναι, χάριν της μητρός μου, οφείλω και πρόθυμος ειμί να θυσιάσω και αυτήν την ζωήν μου, αλλ’ η θυσία αύτη ούτε την γραίαν μητέρα μου ωφελεί, ούτε τους τούρκους πείθει προς απελευθέρωσίν της· άλλως, την μεν ζωήν μου οφείλω ήδη εις την πατρίδα μου· η δε γραία μήτηρ μου, και αν τα πάνδεινα πάθη υπό των τούρκων, και αν ζώσαν την εψήσουν, δεν θα δυσαρεστηθή, βεβαίως, αλλά μάλιστα θα ευχαριστηθή όταν μάθη ότι και ο υιός της διεκδικεί με το αίμα του τ’ απαράγραπτα δικαιώματα αυτής τε επί εμού, και της προσφιλεστάτης πατρίδος επί των λοιπών τέκνων της».

Μετά την απελευθέρωση, αμείφθηκε για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην Επανάσταση με την παραχώρηση εθνικών γαιών από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Ζάππας, όμως, αποποιήθηκε την προσφορά της πατρίδας –τόσο τα κτήματα όσο και τον στρατιωτικό βαθμό– και μετέβη στη Βέροια με σκοπό να ασχοληθεί είτε με το εμπόριο είτε με τη γεωργία, αναζητώντας «…τας απολύτως αναγκαίας προς παραγωγήν πλούτου ευκαιρίας…». Αλίμονο, όμως! Στην πόλη της Μακεδονίας δεν μπόρεσε να παραμείνει για πολύ καιρό, επειδή του ήταν αδύνατο να συμβιώσει με τους Τούρκους.

 

Η επιθυμία του να πλουτίσει στη Ρουμανία

Ευαγγέλης Ζάππας, , ελαιογραφία του Σπύρου Βικάτου, 1905, Ζάππειο Μέγαρο, Αθήνα

Πάντως, η επιθυμία του να πλουτίσει αποκλειστικά από την εργασία του μέσα από το εμπόριο ή τη γεωργία ήταν έντονη, αλλά και ασύμβατη με τον τουρκικό δεσποτισμό. Στα μάτια του Ευαγγέλη Ζάππα δύο μόνο μέρη πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να δημιουργήσει απερίσπαστος περιουσία: η Αίγυπτος και η Δακία (Ρουμανία). Προτίμησε τη δεύτερη. Έτσι, το 1831 τον βρίσκουμε στο Βουκουρέστι, όπου υπήρχε ήδη έντονο το ελληνικό στοιχείο. Η Δακία απαρτιζόταν από τις περιοχές της Βλαχίας, της Μολδαβίας και της Τρανσυλβανίας. Η περιοχή αυτή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών είχε ελληνική επιρροή από την εποχή που η Πύλη διόριζε Φαναριώτες στις διοικητικές θέσεις. Και ο Ζάππας κατάφερε να ενταχθεί σύντομα στην τοπική κοινωνία, επιδεικνύοντας ένα σπάνιο ταλέντο στην επικοινωνία ή, αλλιώς, όπως θα έλεγε κανείς, έκανε χρήση ενός εκλεπτυσμένου συστήματος δημοσίων σχέσεων.

Αρχικά, άσκησε το επάγγελμα του πρακτικού γιατρού, χάρη στις γνώσεις που είχε αποκτήσει κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας από τον συμπατριώτη του Πάνο Παναγιώτου. Αλλά αυτή η ενασχόλησή του με την ιατρική ήταν που τον βοήθησε να διευρύνει τις γνωριμίες του, «να εξοικειωθή με τα εκλεκτότερα στοιχεία της Δακικής πρωτευούσης» και, κυρίως, με τους ηγουμένους των μοναστηριών της περιοχής, από τους οποίους άρχισε να μισθώνει κτήματα. Η κίνησή του αυτή αποδείχθηκε ευφυής.

Με πολύτιμο συνεργάτη τον κατά 14 έτη νεότερο εξάδελφό του Κωνσταντίνο Ζάππα (1814-1892), τον οποίο κάλεσε να συνεργαστεί μαζί του, αύξανε συνεχώς την περιουσία του, καθώς τα κτήματα που εκμίσθωνε είχαν την καλύτερη δυνατή απόδοση χάρη στις πρωτοποριακές μεθόδους που εφάρμοζαν. Το 1837 νοίκιασε το μεγάλο κτήμα Μπροστένι, όπου υπήρχαν και υδρόμυλοι. Τελικά, το αγόρασε το 1844 και εξελλήνισε το όνομά του σε Βροσθένιον. Οι υδρόμυλοι είχαν υψηλό κόστος – κάτι που είχε καταστρέψει τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Επιπλέον, οι συχνές πλημμύρες του ποταμού Γιαλομίτζα προκαλούσαν σοβαρές καταστροφές. Οι δύο εξάδελφοι, με κατάλληλα υδραυλικά έργα, κατόρθωσαν να ελέγξουν τη ροή του ποταμού, να αποφύγουν τις καταστροφές και να εκμεταλλευτούν τα νερά για την κίνηση των υδρόμυλων. Κατάφεραν έτσι να αυξήσουν θεαματικά την παραγωγικότητα του κτήματος και να επιτύχουν σημαντική κερδοφορία. Ακολούθησαν οι αγορές των περισσότερων από τα κτήματα που εκμίσθωνε, με αποτέλεσμα η περιουσία του, όσο και του εξαδέλφου του, να εκτοξευτεί στα ύψη.

 

Μυθική η αξία της περιουσίας του

καρτ-ποσταλ Ζάππειον

Στις αρχές της δεκαετίας του 1850 ο Ευαγγέλης Ζάππας είχε φθάσει στο απόγειο της επιχειρηματικής του δράσης. Μάλιστα, με την αγορά του κτήματος στο Μπροστένι, οι Ζάππα έκτισαν και ένα μέγαρο «ανάλογον της καταστάσεώς των». Η ακίνητη περιουσία του Ευαγγέλη Ζάππα ήταν τεράστια και περιελάμβανε πολλά μεγάλα κτήματα με μύλους, δάση, μαγαζιά, ένα μέγαρο και ένα ξενοδοχείο στο Βουκουρέστι με το όνομα «Οτέλι των Αθηνών». Η αξία της περιουσίας του ήταν μυθική για την εποχή. Τότε άρχισε να διαθέτει σεβαστά ποσά για φιλανθρωπικούς και εθνικούς σκοπούς, πρώτα στη Μολδοβλαχία και μετέπειτα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Ζάππα, μια μέρα τον κάλεσε ο ξάδερφός του Ευαγγέλης, για να του ανακοινώσει ότι δεν σκοπεύει να παντρευτεί ώστε να έχει τη δυνατότητα να ευεργετήσει περισσότερο «τον τόπον τούτο και την πατρίδα». Η απάντηση του Κωνσταντίνου ήταν στο ίδιο πνεύμα: «Ομόφρονες επλουτίσαμεν, ομόφρονες ας διαθέσωμεν και τον πλούτον μας».

Ώσπου, το 1856, με επι­στολή του προς τον βασιλιά Όθωνα, που επιδόθηκε στον υπουργό των Εξωτερικών Αλέξανδρο Ρίζο-Ραγκαβή, ο Ευαγγέλης Ζάππας ανέπτυσσε την πρότασή του να προχωρήσει η Ελλάδα στη μόνιμη αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, προτείνοντας να αναλάβει ο ίδιος το οικονομικό κόστος της χρηματοδότησής τους. Ο Ραγκαβής θεώρησε την πρόταση «ουχί του γελοίου απέχουσα», όμως πρότεινε στον βασιλιά να την αποδεχτεί με ορισμένες τροποποιήσεις ώστε να έχουν και πρακτική μορφή οι αγώνες. Ακολούθως, το 1857, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να γίνει η διεξαγωγή μιας μεικτής διοργανώσεως, η οποία θα συμπεριελάμβανε έκθεση γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, με την παράλληλη διεξαγωγή αθλητικών αγώνων.

 

Η αναβίωση και χρηματοδότηση των Ολυμπιακών Αγώνων

Ο Ζάππας αποδέχθηκε με ενθουσιασμό την αντιπρόταση και προκειμένου να διασφαλίσει οικονομικά τη διεξαγωγή των αγώνων παραχώρησε 400 μετοχές του σε ακτοπλοϊκή εταιρεία και τα κέρδη που προέκυπταν από αυτές. Όπως περιγράφει ο Ραγκαβής, όταν είδε το τίμημα που ζητούσαν οι κατασκευαστές της εποχής, το διαβίβασε με ιδιαίτερη ανησυχία στον Ζάππα. Αλλά ο τελευταίος όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά δέχτηκε τα έξοδα, συνιστώντας «μόνο την αποφυγή της πολυτέλειας». Ο Ζάππας ανέλαβε το κόστος της ανά τετραετία τελέσεως των αγώνων, την ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου με μάρμαρο και τη δημιουργία κτηρίου που θα στέγαζε τα «Ολύμπια», όπως σκόπευε να ονομάσει τη διοργάνωση.

Στις 20 Ιανουαρίου 1874 έγινε η τελετή του θεμέλιου λίθου. Στις 20 Οκτωβρίου 1888 εγκαινιάστηκε πανηγυρικά το κτήριο σε σχέδια του Χάνσεν, παρουσία των βασιλέων Γεωργίου και Όλγας, του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη και του γηραιού, πλέον, Κωνσταντίνου Ζάππα. Ο λόγος, βέβαια, για το περίφημο Ζάππειο Μέγαρο – αυτό το μοναδικό νεοκλασικό στολίδι απέναντι από το Καλλιμάρμαρο.

Ο Ζάππας έβλεπε μέσα από την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων να πραγματώνεται το όνειρό του: το νέο ελληνικό κράτος να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό, εύρωστο εθνικό οργανισμό, αντάξιο του μεγαλείου του παρελθόντος και ικανό να συγκρατεί τη διασπορά του Ελληνισμού. Τα πρώτα «Ολύμπια» έγιναν στις 15 Νοεμβρίου 1859 στην Αθήνα, στην Πλατεία Λουδοβίκου, σημερινή Πλατεία Κοτζιά. Ο Ζάππας δεν επισκέφθηκε ποτέ την Αθήνα, παρακολουθούσε όμως στενά την εξέλιξη του έργου της Επιτροπής των Ολυμπίων.

 

Η ψυχική νόσος του Ευαγγέλη Ζάππα

Το Ζάππειο Μέγαρο

Και ξαφνικά, το 1863 ο Ευαγγέλης Ζάππας υπέστη όλως αιφνιδίως διανοητική διαταραχή, μια ψυχική νόσο. Ο εξάδελφός του Κωνσταντίνος Ζάππας αναζήτησε θεραπεία στο Βουκουρέστι και στο Παρίσι, αλλά δεν πέτυχε τίποτα. Πάντως, με τη διαθήκη που πρόλαβε να συντάξει ο Ευαγγέλης, στις 30 Νοεμβρίου 1860, άφησε όλη την περιουσία του στην Επιτροπή των Ολυμπίων, με επικαρπωτή και εκτελεστή της τον Κωνσταντίνο Ζάππα, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να χτίσει μέγαρο εκθέσεων στην Αθήνα: το «Ζάππειον». Όλα εκτελέστηκαν πιστά από τον εξάδελφό του.

Η περιουσία του Ζάππα που περιήλθε τελικά στην Ελλάδα ήταν μικρότερη από την αναφερομένη στη διαθήκη του, επειδή διεκδικήθηκε τόσο από το ρουμανικό Δημόσιο όσο και από τα παιδιά του μεγαλύτερου αδελφού του Αναστάσιου. Μάλιστα, τέτοια ήταν η ένταση στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ρουμανίας σχετικά με τη διεκδίκηση της αμύθητης περιουσίας του Ευαγγέλη Ζάππα, ώστε μετά και τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ζάππα, το 1892, οι διπλωματικές σχέσεις των δύο κρατών διακόπηκαν και αποκαταστάθηκαν πλήρως αρκετά χρόνια αργότερα.

Ο Ευαγγέλης Ζάππας πέθανε στις 19 Ιουνίου 1865 σε ηλικία 65 ετών και κηδεύτηκε στον ναό του Ευαγγελισμού στο κτήμα του στο Μπροστένι. Εκεί, στο κτήμα, έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, από τη διάγνωση της αρρώστιας μέχρι τον θάνατό του. Η νόσος επιδεινωνόταν τάχιστα: «Μέχρι του 1863 ο Ευαγγέλης διετήρησεν ακμαιοτάτας τας σωματικάς αυτού δυνάμεις και οξυτάτην την διάνοιαν. Έκτοτε, όμως, η τελευταία αυτή ήρξατο από καιρού εις καιρόν να παρεκτρέπηται κατά τι, αλλά μόνον στιγμιαίως και πάλιν επανήρχετο εις την φυσικήν αυτής κατάστασιν. Επί πολλάς μεν κατά συνέχειαν ώρας ηδύνατο να ομιλή ο Ευαγγέλης, με αδιάκοπον σειράν ιδεών και με την φυσικήν σαφήνειαν, έπειτα δε, κατά τινάς στιγμάς, παρεξετρέπετο. Το κακόν προώδευσε κατά τι πλειότερον». Ήταν, αναμφίβολα, ένα ανάξιο τέλος – πόσο μάλλον για κάποιον που είχε προσφέρει τόσο πολλά…