Όταν η επιβράδυνση της ανάπτυξης αναδεικνύει τις διαχειριστικές αδυναμίες

Απευθυνόμενος το 1997, για πρώτη φορά, με ανοιχτή επιστολή του προς τους μετόχους της Amazon, ο ιδρυτής της Τζεφ Μπέζος έγραφε ότι η εταιρεία βρισκόταν ακόμη στην «Ημέρα 1». Αργότερα εξηγούσε ότι, άμα έφθανε η «Ημέρα 2», αυτό θα σήμαινε στασιμότητα, δηλαδή εντέλει φθορά. Εκείνο το εγερτήριο σάλπισμα του Μπέζος, κάλεσμα για αποφυγή κάθε επανάπαυσης, δείχνει να είναι σήμερα ιδιαίτερα επίκαιρο. Οι 5 μεγάλοι τεχνολογικοί γίγαντες της Σίλικον Βάλεϊ (η Alphabet, η Amazon, η Apple, η Meta και η Microsoft) υπήρξαν για μεγάλο διάστημα το βάθρο του αμερικανικού χρηματιστηρίου και της αμερικανικής οικονομίας, καθώς συνδύαζαν κατά θαυμαστό τρόπο σταθερή ανάπτυξη και κερδοφορία. Φέτος, όμως, μετά από ένα τρομερό γ΄ 3μηνο η κεφαλαιοποίησή τους –συλλογικά λαμβανόμενη– κατέγραψε υποχώρηση 37% μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου. Εξαχνώθηκε συνολική αξία 3,7 τρισ. δολαρίων.

Ο ίδιος ο νόμος των μεγάλων μεγεθών καθιστούσε ούτως ή άλλως αναπόφευκτο το να ωριμάσουν οι τεχνολογικοί αυτοί γίγαντες. Το επίδικο 3μηνο, ο ρυθμός αύξησης των πωλήσεών τους περιορίστηκε σε 9% – ελάχιστα πάνω από τον πληθωρισμό. Όσο περισσότερο μεγαλώνουν τόσο στενότερα η πορεία τους συνδέεται με τον οικονομικό κύκλο· αυτό το γεγονός είχε αποκρυβεί λόγω της ψηφιακής έκρηξης που συνόδευσε την πανδημία – όμως επρόκειτο για κάτι το προσωρινό. Η καμπύλη διείσδυσης των έξυπνων τηλεφώνων, της ψηφιακής διαφήμισης και των υπηρεσιών streaming τείνει να γίνει πλέον επίπεδη. Με τις κεντρικές τους προσφερόμενες υπηρεσίες να επιβραδύνονται, οι ψηφιακοί αυτοί γίγαντες τείνουν να επεκτείνονται ο ένας στο πεδίο δράσης του άλλου, πράγμα που εντείνει τον ανταγωνισμό.

Την ίδια στιγμή, όμως, απειλούνται από τη γνώριμη «ασθένεια των conglomerates», ασθένεια από τη συσσώρευση δραστηριοτήτων που φέρνει εγωπάθεια και φούσκωμα. Δείτε, για παράδειγμα, το πρόσφατο όργιο δαπανών σε προσλήψεις, σε πειραματικούς σχεδιασμούς, σε σχέδια κύρους και σε δημιουργία data centers. Τον Μάρτιο του 2022 οι συνολικές δαπάνες των 5 επιχειρήσεων –συνδυαστικά– είχαν για πρώτη φορά φθάσει στο επίπεδο του 1 τρισ. δολαρίων ετησίως. Η αξία των υλικών εγκαταστάσεων αυτών των (υποτίθεται) ελαφρών σε υποδομές επιχειρήσεων είχαν διαμορφωθεί στα 600 δισ. δολάρια – επίπεδο τριπλάσιο απ’ ό,τι προ 5ετίας. Η απογείωση του κόστους και η μεγέθυνση των ισολογισμών σημαίνει ότι οι αποδόσεις του επενδεδυμένου κεφαλαίου τους υποχώρησαν από άνω του 60% προ 5ετίας σε ένα 26%. Τρεις από τις πέντε δεν καταδέχθηκαν καν να καταβάλουν μέρισμα…

Δεν είναι και τόσο άγνωστη η κατάσταση πετυχημένων επιχειρήσεων να χάνουν τη στόχευσή τους, ή πάλι να αποτυγχάνουν να ελέγξουν το κόστος τους. Τη δεκαετία του 1980 τα ανώτατα στελέχη της RJR Nabisco σπαταλούσαν πόρους σε ιδιωτικά τζετ και σε γήπεδα γκολφ – για να καταλήξουν να τεθούν εκτός από τους βαρβάρους των οίκων private equity. Η General Electric γιγαντώθηκε, αλλά χρειάστηκε σωστική παρέμβαση την εποχή της κρίσης του 2008-9. Η καλύτερη εγγύηση απέναντι σε τέτοιου είδους καταστάσεις αταξίας είναι η κινητοποίηση των Διοικητικών Συμβουλίων και των επενδυτών. Όσες φορές πετυχημένοι μάνατζερ αρχίζουν να πιστεύουν ότι οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα, τότε δουλειά των Διοικητικών Συμβουλίων είναι να τους σφίγγουν τα λουριά.

Σ’ αυτό όμως το σημείο, οι κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης των τεχνολογικών εταιρειών περιπλέκουν κάπως τα πράγματα. Συχνά παρέχουν δυσανάλογα μεγάλη δύναμη στους επικεφαλής και στους ιδρυτές: Ορισμένοι απ’ αυτούς διαθέτουν ειδικά δικαιώματα ψήφου, που τους εξασφαλίζουν σχεδόν απόλυτο έλεγχο. Αυτού του είδους οι επιτελείς συχνά καλλιεργούν μια εικόνα οραματιστών, τα τολμηρά στοιχήματα των οποίων τρομάζουν τους μυωπικούς τρίτους, αλλά καταλήγουν να μεταμορφώνουν –με επικερδή τρόπο– τον κόσμο όπου ζούμε.

Στη χειρότερη θέση συναντά κανείς τη Meta (ιδιοκτήτρια του Facebook), την οποία οδηγεί με ολοένα πιο απρόβλεπτο τρόπο ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ. Η αξία της είχε υποχωρήσει κατά 74% το 2022 (μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου). Η κεντρική του δραστηριότητα έχει κλονισθεί καθώς συγκεντρώνει υπερβολική τοξικότητα, πολύ λίγο νεανικό κοινό και πολύ περιορισμένη διαφήμιση. Έχει γίνει πλέον σαφές ότι ο Μ. Ζούκερμπεργκ τα ποντάρει όλα στο Metaverse (ένα εγχείρημα διαφοροποίησης από τον κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης), όπου σχεδιάζει να επενδύσει ποσό 20πλάσιο απ’ όσα π.χ. δαπάνησε η Apple προκειμένου να δημιουργήσει το πρώτο iPhone. Καθώς όμως οι διαφοροποιημένες κατηγορίες μετοχών του δίνουν 54% των δικαιωμάτων ψήφου, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ έχει τη δυνατότητα να αγνοεί τις εκκλήσεις των εκτός εταιρείας επενδυτών.

Η Alphabet (ιδιοκτήτρια της Google) είχε κάπως καλύτερες επιδόσεις, αλλά και αυτή είναι άνευρη. Οι ιδρυτές της διακρατούν 51% των δικαιωμάτων ψήφου, πράγμα που τους επιτρέπει να παραβλέπουν τις επιθυμίες όποιων άλλων μετόχων.

Στο μέσο συναντά κανείς την Amazon, η οποία έχει υπερεπενδύσει στο ηλεκτρονικό εμπόριο και έχει υπερεπεκταθεί – πράγμα που συμπίεσε σημαντικά τις χρηματορροές της και την απόδοση της μετοχής της. Ο Τζεφ Μπέζος, που παραμένει εκτελεστικός πρόεδρος, διαθέτει λιγότερα από το 15% των δικαιωμάτων ψήφου, συνεπώς είναι σχετικά υπόλογος στους επενδυτές.

Στο θετικό άκρο βρίσκονται η Apple και η Microsoft, και οι δύο εταιρείες παλιότερες και χωρίς μετοχικό έλεγχο από πλευράς των ιδρυτών τους, συνεπώς με λειτουργία «κάθε μετοχή και δικαίωμα ψήφου». Και οι δύο έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά σε εξωτερικές φωνές. Ο επικεφαλής της Apple Τιμ Κουκ προ εβδομάδων συνάντησε σε δείπνο τον υπερδραστήριο επενδυτή Καρλ Άικαν, ο οποίος προέβαλε με επιτυχία αίτημα να επιστραφούν κεφάλαια στους μετόχους μέσα από πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών. Αντίστοιχα, το 2014 η Microsoft προσκάλεσε στο Δ.Σ. της έναν ενεργητικό επενδυτή – τον Μέισον Μόρφατ. Αμφότερες οι εταιρείες έχουν να επιδείξουν την καλύτερη επίδοση από τους 5 τεχνολογικούς γίγαντες για το 2022.

Όταν κανείς έχει αναταράξει ολόκληρους κλάδους της οικονομίας, όταν έχει δημιουργήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια πλούτου, δύσκολα δέχεται τους χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή τον εξωτερικό έλεγχο. Ωστόσο, πολλοί από την τεχνολογική αυτή ελίτ καλά θα έκαναν να δείχνουν περισσότερη ταπεινότητα και καλύτερες επιδόσεις. Αλλιώς, μια «Ημέρα 3» μπορεί να φέρει κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ των ιδίων και των επενδυτών για το ποιος θα έχει τελικά τον έλεγχο των πλέον επιτυχημένων εταιρειών των δύο τελευταίων δεκαετιών.