Συμπεράσματα από δύο μελέτες του Ινστιτούτου Bruegel και του Κέντρου για το Μέλλον της Εργασίας του Οικονομικού Φόρουμ Δελφών

Οικονομική Επιθεώρηση, Ιανουάριος 2023, τ.1026

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

του Γιώργου Βαϊλάκη

Στα χρόνια μας, οι βεβαιότητες των προηγούμενων γενεών υποχωρούν και τη θέση τους λαμβάνει η ασάφεια, η αβεβαιότητα και η ανησυχία (αν μη το άγχος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική πραγματικότητα). Δεν υπάρχει τομέας όπου αυτό να επαληθεύεται περισσότερο από τον κόσμο της εργασίας.

Ο βαθύτερος κλονισμός που έφερε η εξ αποστάσεως εργασία, όπως ήρθε στο προσκήνιο με την πανδημία της Covid-19, έχει καταστεί κοινή συνείδηση, όμως η πολύ ευρύτερη επίδραση της ψηφιοποίησης, λίγο πολύ των πάντων, μαζί με τις ανατροπές που έχουν επέλθει στο παραγωγικό μοντέλο των σύγχρονων οικονομιών, αποδεικνύεται κλονισμός πολύ πιο μόνιμος κι ανατρεπτικός.

Πόσο αυτή η νέα πραγματικότητα θα βελτιώσει την πραγματικότητα της εργασίας ή θα δημιουργήσει μεγαλύτερες ανισότητες; Τι μεταβολές θα επιφέρει στα εργασιακά δικαιώματα, αλλά και στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα των εργαζομένων και στη λειτουργία των επιχειρήσεων; Πόσο η νέα εργασιακή πραγματικότητα θα βοηθήσει στο να βελτιωθεί η συμπεριληπτικότητα/inclusiveness, πόσο αντιθέτως κινδυνεύει να διευρυνθεί η απόσταση ανάμεσα στα πιο κατοχυρωμένα επαγγέλματα και την εργασία των «πολλών»; Πόσο η πρόσβαση στη γνώση και στα νέα ψηφιακά εργαλεία θα εντείνει τις ανισότητες ή, αντίθετα, θα συμβάλει στην εξάλειψή τους; Πόσο, δίπλα στη μέριμνα για την προσφορά δεξιοτήτων κατάλληλων για το νέο περιβάλλον εργασίας, προσαρμόζεται και η ζήτηση των επιχειρήσεων; Πόσο η πρακτική της αυτοαπασχόλησης βελτιώνει ή, αντιθέτως, επιβαρύνει την κατάσταση των εργαζομένων στην οικονομία της γνώσης; (Που ίσως βιαστήκαμε να καλωσορίσουμε); Και, ίσως, ακόμα περισσότερο πώς/πόσο η νέα εργασιακή πραγματικότητα επηρεάζει το κοινωνικό συμβόλαιο της νέας εποχής, ακόμα και το περιεχόμενο της δημοκρατίας (της ίδιας αυτής εποχής…);

Visions for an Inclusive Future of Work

Σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις του «μέλλοντος της εργασίας» έχει στραφεί το συλλογικό Visions for an Inclusive Future of Work, στο οποίο έχουν συνεργασθεί μελετητές του Ινστιτούτου Bruegel των Βρυξελλών, του Graduate Institute της Γενεύης σε  συνεργασία με όσους προσήλθαν από το Κέντρο για το Μέλλον της Εργασίας του Οικονομικού Φόρουμ Δελφών[1]. Περισσότερα ερωτηματικά –σωστότερα: διερωτήσεις– παρά απαντήσεις. όμως, είναι τέτοια η έκταση των ανατροπών που αναγράφονται, και βαθμιαία μετατρέπονται σε εργασιακή πραγματικότητα, ώστε το άνοιγμα του προβληματισμού έχει ήδη τη δική του αξία.

Τις επιπτώσεις των ψηφιακών τεχνολογιών στην ποιότητα της απασχόλησης στην Ευρώπη προσέγγισε και μελέτη των Janine Berg (ILO), Francis Green (University College), Laura Nurski (Bruegel) και David Spencer (Leeds University) που κυκλοφόρησε ως Working Paper 16/2022 του Ινστιτούτου Bruegel. Επτά «τομείς», προκειμένου για τον καθορισμό της έννοιας της ποιότητας, τέθηκαν στο μικροσκόπιο: αμοιβές, ποιότητα του εργασιακού χρόνου, προοπτικές καριέρας, δεξιότητες και διακριτική ευχέρεια του εργαζόμενου, εργασιακή ένταση, κοινωνικό περιβάλλον και φυσικό περιβάλλον.

Από την ενσωμάτωση αυτοματισμών στην παραγωγή προϊόντων και την παροχή υπηρεσιών, εκδοχών ρομποτικής και μορφών τεχνητής νοημοσύνης, και μέχρι την ανάδυση μορφών εργασίας οι οποίες γειτονεύουν όλο και περισσότερο με την ιδιωτική ζωή, από την απώλεια του τοπικού στοιχείου των θέσεων εργασίας μέχρι τη γενίκευση των ψηφιακών πλατφορμών της παγκοσμιοποίησης, η νέα πραγματικότητα της εργασίας υφίσταται μεγάλες ανατροπές.

Ποιότητα της εργασίας

Κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η συζήτηση για τις επιπτώσεις των ψηφιακών τεχνολογιών θα πρέπει να μετακινηθεί από τη μονοδιάστατη ενασχόληση με τα επίπεδα απασχόλησης και τις αμοιβές, και να περιλάβει ευρύτερα το θέμα της ποιότητας της εργασίας. Η μονοπώληση της συζήτησης από την οπτική του «μέλλοντος της εργασίας», οσάκις προσεγγιζόταν η επίδραση της τεχνολογίας στην απασχόληση, άλλαξε με την εμπειρία από την πανδημία της Covid-19, λόγω ακριβώς της υποχρεωτικής μεταβολής που επήλθε στις δομές της εργασίας. Η μεταβολή αυτή είχε σημαντικές συνέπειες για την ποιότητα του χρόνου εργασίας, την εντατικοποίησή της και την αλλαγή στο κοινωνικό περιβάλλον της. Για όλες αυτές τις μεταβολές, όπως καταλήγει συμπερασματικά η μελέτη, υπήρξαν αναγκαίες οι ψηφιακές τεχνολογίες επικοινωνιών. Ορισμένες από τις μεταβολές αυτές –όπως η υβριδική μορφή απασχόλησης– φαίνεται να είναι προορισμένες να αποκτήσουν διάρκεια, έτσι όπως προχωρά μια διαδικασία συλλογικής εκμάθησης.

Πάντως, η ανάλυση της μελέτης των J. Bergy, F. Green, L. Nursk και D. Spencer καταλήγει ότι σε καθέναν από τους επτά τομείς που εξετάσθηκαν, υπάρχουν καταστάσεις όπου οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορεί να βελτιώνουν τον εργασιακό βίο, ενώ αλλού μπορεί να συμβαίνει το αντίθετο. Κατά την τελευταία δεκαετία, η αξιοποίηση ρομπότ στην παραγωγική διαδικασία ανά την Ευρώπη θεωρείται ότι άσκησε αρνητική επίδραση –περιορισμένα αρνητική– σε τρεις τομείς: ποιότητα του χρόνου εργασίας, δεξιότητες και διακριτική ευχέρεια του εργαζόμενου, καθώς και ένταση της εργασίας. Εύρημα της μελέτης ήταν ότι εκεί όπου ο ρόλος των συλλογικών συμβάσεων βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο, η χρήση ρομπότ οδήγησε σε υποχώρηση του δείκτη κοινωνικού περιβάλλοντος, ενώ επιδεινώθηκαν οι αρνητικές συνέπειες στο επίπεδο ποιότητας του χρόνου εργασίας και δεξιοτήτων-διακριτικής ευχέρειας των εργαζομένων. Οι μελετητές εισηγούνται να υπάρξει επέκταση των ερευνών στο πώς η οργάνωση του χώρου εργασίας επηρεάζει τη σχέση ψηφιακών τεχνολογιών και ποιότητας της απασχόλησης.

Δυνητικές επιπτώσεις των ψηφιακών τεχνολογιών ανά τομείς ποιότητας της απασχόλησης

 Ρυθμιστική παρέμβαση

Καταληκτικά, η μελέτη αυτή επιβεβαιώνει την αίσθηση ότι είναι αναγκαία η εισαγωγή ρυθμιστικών πολιτικών προκειμένου να εξασφαλίζεται η ποιότητα της απασχόλησης λόγω των επιπτώσεων που υπάρχουν στην ευημερία των εργαζομένων και τη δημόσια υγεία. Χαρακτηριστικά παρατηρείται ότι «δυστυχώς, παρά την πάγια διακηρυκτική ρητορική περί εξασφάλισης “περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας”, η ποιότητα της απασχόλησης απέχει πολύ από το να γίνεται σημαντικός στόχος για τους διαμορφωτές πολιτικής, ή από το να φιλοξενείται με πρακτικό και μη ρητορικό τρόπο στις Κατευθυντήριες Γραμμές για την Απασχόληση ή τις Εκθέσεις Απασχόλησης που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση». Αυτό οφείλεται στο πολιτικά αμφισβητούμενο έδαφος επί του οποίου γίνεται η συζήτηση. «Οι πολιτικές flexicurity/ευελιξίας με ασφάλεια συνεχίζουν να κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση περί απασχόλησης και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διαμόρφωσης πολιτικής δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει δείκτες που να μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση για κατευθυντήριες γραμμές και για σταθερή αξιολόγηση της πορείας». Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η καταληκτική παρατήρηση: «Μορφές συμμετοχής των εργαζομένων, είτε αυτές αφορούν τον σχεδιασμό είτε την καινοτομία είτε την εφαρμογή, θα είναι αναγκαίες –ενδεχομένως περισσότερο παρά ποτέ– στο σημερινό και μελλοντικό εργασιακό περιβάλλον όσο θα ξετυλίγονται οι ψηφιακές τεχνολογίες».

Όταν διαβάζονται από την ελληνική, ιδίως, πραγματικότητα παρόμοιες προσεγγίσεις μπορεί να ακούγονται υπερβολικά μελλοντοστραφείς. Όμως, όπως απέδειξαν τα τελευταία χρόνια, η επίσπευση των μεταβολών αποτελεί κι αυτή μέρος της νέας κανονικότητας – παντού.

[1] (Επιμ.) Μαρίλη Μέξη, A. Awar, J. Duberry, M. Hoffmann, J. Kiess, M. Mariniello, T. Montgomery, M. Nguyen, M. Nikolova, L. Nurski, R. Saner, L. Yiu.