ΔΟΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΑ ΣΤΟΝ ΧΑΡΤΗ ΤΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ
- 05.01.26 10:37
Τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου, μια εξαιρετικά ασυνήθιστη στρατιωτική επιχείρηση οδήγησε στη σύλληψη (κατ’ άλλους στην απαγωγή) του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του Σίλια Φλόρες, από άνδρες της επίλεκτης Ομάδας Δέλτα των αμερικανικών δυνάμεων. Επί μήνες, η κυβέρνηση Τραμπ επαναλάμβανε πως επιθυμούσε την εκπαραθύρωση του Μαδούρο από την εξουσία, αλλά η «μέθοδος των ελικοπτέρων» που ακολουθήθηκε ανάγκασε τα Ηνωμένα Έθνη να κάνουν λόγο για «επικίνδυνο προηγούμενο».
Με φόντο τα πλήγματα κατά σκαφών που οι ΗΠΑ κατηγορούν, αφού πρώτα τα βυθίσουν, για διακίνηση ναρκωτικών, σε βάρος του Μαδούρο και της Φλόρες έχουν απαγγελθεί κατηγορίες για αδικήματα που σχετίζονται με τη διακίνηση ναρκωτικών. Πέρα και πάνω, όμως, από κάθε υποτιθέμενη κατηγορία προς το προεδρικό ζεύγος, οι ΗΠΑ επιχειρούν μία τεράστια στροφή από τη λογική των κυρώσεων και της διπλωματικής πίεσης στη Λατινική Αμερική, προτιμώντας πλέον την ωμή στρατιωτική δράση.
Ενδεικτικό είναι πως ο Τραμπ έσπευσε να απειλήσει και την μέχρι πρότινος αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία αναλαμβάνει τα ηνία μετά τη σύλληψη Μαδούρο, λέγοντας πως εκείνη θα πληρώσει «μεγαλύτερο τίμημα, αν δεν κάνει το σωστό», εννοώντας φυσικά την πλήρη υποταγή στις επιδιώξεις των ΗΠΑ.
Επίδειξη ισχύος
Αν και πολλές από τις επιχειρησιακές λεπτομέρειες παραμένουν απόρρητες, ο αμερικανικός στρατός φαίνεται ότι κατέστειλε πλήρως την αεράμυνα της Βενεζουέλας, και μέλη των ειδικών δυνάμεων έκαναν έφοδο στην κατοικία του Μαδούρο. Σε τακτικό επίπεδο, η επιχείρηση εμφανίζεται ως απόλυτα επιτυχής: η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ ήλεγξε τον εναέριο χώρο, τα ραντάρ και το ηλεκτρικό δίκτυο της Βενεζουέλας δέχθηκαν παρεμβολές που τα αχρήστευσαν, ενώ σημαντικό τμήμα της αεράμυνας της χώρας καταστράφηκε, με στόχους σε δύο λιμάνια, ένα αεροδρόμιο και μία βάση, σε τέσσερις διαφορετικές περιοχές. Το εάν όμως η επιχείρηση θα αποδειχθεί επιτυχής και σε στρατηγικό επίπεδο, στην αυγή του δόγματος «Ντονρόε», μένει να φανεί.
Η συνέντευξη Τύπου του Ντόναλντ Τραμπ άφησε πολλά ερωτήματα αναπάντητα και παρείχε ελάχιστες διευκρινίσεις σχετικά με το τι ακριβώς ακολουθεί. Σε κάθε περίπτωση, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο στην ανοικοδόμηση της Βενεζουέλας και μεγάλες αμερικανικές εταιρείες θα δραστηριοποιηθούν στον πετρελαϊκό τομέα της χώρας. «Οι ΗΠΑ θα διοικήσουν τη χώρα έως ότου γίνει μια δίκαιη και ομαλή μετάβαση στην εξουσία» είπε και σκιαγράφησε μια πιθανή δομή που προσομοιάζει με προσωρινή κυβέρνηση, με τη συμμετοχή του… Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και άλλων στελεχών της αμερικανικής κυβέρνησης. Εξίσου αξιοσημείωτη ήταν η σχεδόν πλήρης απουσία αναφορών στη βενεζουελάνικη αντιπολίτευση και το σχόλιο που έκανε λίγο αργότερα περί αμφιβολιών για την ικανότητα της «φίλης νομπελίστριας» Κορίνα – Μαρία Ματσάδο να κυβερνήσει.
Απολύτως αδιευκρίνιστη παραμένει η τύχη των κορυφαίων στελεχών του καθεστώτος που βρίσκονται ακόμη στη Βενεζουέλα, όπως ο υπουργός Εσωτερικών Διοσδάδο Καμπέγιο και ο υπουργός Άμυνας Βλαντίμιρ Παδρίνο Λόπες. Η απειλή του Τραμπ για νέα επίθεση, εάν χρειαστεί, αποτελεί επί της ουσίας πρόσκληση προς τα υπόλοιπα στελέχη του καθεστώτος να διαπραγματευθούν την έξοδό τους με ευνοϊκότερους όρους από εκείνους που εξασφάλισαν ο Μαδούρο και η σύζυγός του. Δεδομένης της ακρίβειας της επιχείρησης «Absolute Resolve», θεωρείται εξαιρετικά πιθανό ότι οι ΗΠΑ είχαν τη βοήθεια εσωτερικών παραγόντων του καθεστώτος, είτε για να διεκδικήσουν την αμοιβή των 50 εκατ. δολαρίων για τη σύλληψη του Μαδούρο είτε για να εξασφαλίσουν οι ίδιοι μια πιο άνετη εξορία.
Η επιχείρηση σηματοδοτεί ότι το «Δόγμα Τραμπ», όπως αποτυπώθηκε στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του 2025, δεν αποτελεί απλή ρητορική: μία στρατηγική που διακήρυττε την πρόθεση των ΗΠΑ να «αποκαταστήσουν την υπεροχή τους», «αποτρέποντας ανταγωνιστές από το να τοποθετούν δυνάμεις ή να αποκτούν τον έλεγχο ή άλλες απειλητικές δυνατότητες σε στρατηγικά σημεία» στο ημισφαίριό των ΗΠΑ.
Σε μία απόπειρα να προλάβει όσα τελικά δεν αποφεύχθηκαν, ο Μαδούρο είχε συναντηθεί με ειδικό απεσταλμένο της Κίνας μόλις λίγες ώρες πριν οι αμερικανικές δυνάμεις τον αρπάξουν από το σπίτι του. Είναι πιθανό οι Κινέζοι διπλωμάτες να μην είχαν καν αναχωρήσει από τη χώρα πριν ξεκινήσει η αμερικανική επιχείρηση, στέλνοντας σαφές μήνυμα στο Πεκίνο για τον ρόλο του στη Βενεζουέλα – στην οποία έχει διοχετεύσει περισσότερα από 60 δισ. δολάρια τις τελευταίες δεκαετίες.
Το πετρέλαιο
Ο Τραμπ διεμήνυσε πως θα «αξιοποιήσει» τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας και πως οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια στη χώρα της Νότιας Αμερικής, η οποία διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου στον πλανήτη που παραμένουν εν πολλοίς ανεκμετάλλευτα. Υποσχέθηκε μάλιστα ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα αποκαταστήσουν την «σοβαρά κατεστραμμένη» πετρελαϊκή υποδομή της Βενεζουέλας και θα «αρχίσουν να παράγουν έσοδα για τη χώρα». Ωστόσο, ειδικοί προειδοποιούν για τεράστια εμπόδια στο σχέδιο του Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι θα απαιτηθούν δισεκατομμύρια δολάρια και έως και μία δεκαετία για να υπάρξει ουσιαστική αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής.
Με εκτιμώμενα αποθέματα 303 δισεκατομμυρίων βαρελιών, η Βενεζουέλα φιλοξενεί τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, όμως, η ποσότητα πετρελαίου που παράγει σήμερα η χώρα είναι ελάχιστη σε σύγκριση με το μέγεθος αυτών των αποθεμάτων. Η παραγωγή έχει καταρρεύσει από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο πρώην πρόεδρος Ούγκο Τσάβες και στη συνέχεια η κυβέρνηση Μαδούρο ενίσχυσαν τον έλεγχο επί της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA, οδηγώντας σε μαζική αποχώρηση έμπειρων στελεχών.
Aν και ορισμένες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής Ψhevron, εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στη χώρα, οι επιχειρήσεις τους έχουν συρρικνωθεί σημαντικά καθώς οι ΗΠΑ διεύρυναν τις κυρώσεις και στοχοποίησαν τις εξαγωγές πετρελαίου, επιδιώκοντας να περιορίσουν την πρόσβαση του Μαδούρο σε μια κρίσιμη οικονομική σανίδα σωτηρίας.
Οι κυρώσεις, τις οποίες οι ΗΠΑ επέβαλαν για πρώτη φορά το 2015, επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, λόγω καταγγελιών για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουν επίσης αφήσει τη χώρα σε μεγάλο βαθμό αποκομμένη από τις επενδύσεις και τον εξοπλισμό που χρειάζεται. «Η πραγματική πρόκληση που αντιμετωπίζουν είναι οι υποδομές τους», δηλώνει στο BBC ο Κάλουμ ΜακΦέρσον, επικεφαλής εμπορευμάτων στην Investec. Tον Nοέμβριο, η Bενεζουέλα παρήγαγε περίπου 860.000 βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για την αγορά πετρελαίου του διεθνούς οργανισμού ενέργειας. Αυτό αντιστοιχεί σε μόλις ένα τρίτο της παραγωγής πριν από 10 χρόνια και σε λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Με φόντο τον «χάρτη του ανεκμετάλλευτου θησαυρού», ο Τραμπ υποστήριξε ότι το δόγμα «America First» σημαίνει τη δημιουργία ενός ασφαλέστερου, πιο ευημερούντος και πιο σταθερού ημισφαιρίου. Έσπευσε δε να συγκρίνει την ακρίβεια της επιχείρησης με την εξουδετέρωση του Διοικητή των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης Κασέμ Σουλεϊμανί στην πρώτη του θητεία, καθώς και με την Επιχείρηση Midnight Hammer κατά των πυρηνικών υποδομών του Ιράν το καλοκαίρι του 2025. Επί της ουσίας, ο Τραμπ εμφανίζεται πιο αποφασισμένος από ποτέ να εργαλειοποιήσει τη στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ προς όφελος της διακυβέρνησής του και των αμερικανικών εταιρειών ακόμα κι αν αυτό σημαίνει επικίνδυνα «προηγούμενα και τετελεσμένα».