«Τράπεζα Τροφίμων»: τι είναι και τι κάνει

Δημοσιεύτηκε από Antonis D. Papagiannidis 27/10/2017 0 Σχόλια Economia Blog,

Ένα ακόμη γεγονός που «τραυματίσθηκε» από την διήμερη απεργία των ανθρώπων του Τύπου, ήταν η παρουσίαση που έγινε – από το ΙΟΒΕ – της μελέτης για την «Τράπεζα Τροφίμων», ως μέσο αντιμετώπισης της επισιτιστικής ένδειας αλλά και της σπατάλης τροφίμων στην Ελλάδα.

 

Το γεγονός ότι η κρίση, παρατεταμένη και με επίταση των ανισοτήτων έτσι όπως λειτούργησε τα τελευταία χρόνια (7 ή 8 ή και 10) στην Ελλάδα, είχε επίπτωση και σε επίπεδο διατροφικής ασφάλειας μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, αυτό είναι κάτι που συνειδητοποιείται «εύκολα», εμπειρικά. Αν μάλιστα δεν σταθεί κανείς στην επισιτιστική ένδεια/φτώχεια, αλλά συμπεριλάβει και την επισιτιστική ανασφάλεια – δηλαδή την αμφιβολία ότι έχει κανείς πρόσβαση σε επαρκή θρεπτικά τρόφιμα για μια φυσιολογική ανάπτυξη (ιδίως όσον αφορά τους νέους, τα παιδιά ακόμη περισσότερο) και δραστήρια και υγιή ζωή (για τις επόμενες ηλικίες, με έμφαση όσο πάει, στην τρίτη και τέταρτη ηλικία) – η κατάσταση βαραίνει. Άσχημα.

 

Όπως έδειξε η έρευνα του ΙΟΒΕ, ενώ στο διάστημα 2005-2011 η επισιτιστική ανασφάλεια στην Ελλάδα κινήθηκε λίγο-πολύ ανάλογα με τις χώρες της Ευρωζώνης, μετά το 2011 κυριολεκτικά απογειώνεται, και μένει ένα χάσμα μέχρι και το 2015 (τελευταία χρονιά με στοιχεία). Στην σχετική κατάταξη, η Ελλάδα χειροτερεύει: το 59% των νοικοκυριών που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας και κάτω (το 2015) δήλωνε ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με επισιτιστική ανασφάλεια, έναντι 21,3% (το 2006). Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο στην Ελληνική περίπτωση, είναι ότι αυτή η επισιτιστική ανασφάλεια ΔΕΝ προκύπτει τόσο από πλευράς χαμηλής προσφοράς ειδών διατροφής: πρόκειται για συνδυασμό της αδυναμίας στο σκέλος της ζήτησης (φαινόμενα φτώχειας που βαραίνουν) με την σπατάλη τροφίμων. Στο τελευταίο αυτό επίπεδο – προϊόντα που παράγονται ή μεταποιούνται αλλά τελικά δεν καταναλίσκονται – η Ελλάδα κυμαίνεται πάνω από το 5% (σπατάλη επι της συνολικής παραγωγής), με μικρή κάμψη μετά το 2005, έναντι λίγο πάνω από 2% στις χώρες της ΕΕ (τα στοιχεία , εδώ, φθάνουν μέχρι το 2013).

 

Αυτήν ακριβώς την κατάσταση που κυριολεκτικά προκύπτει απαράδεκτη, επιχειρεί να αντιμετωπίσει ο θεσμός της Τράπεζας Τροφίμων. Πρωτοποριακά τον ξεκίνησε στην Ελλάδα ο Γεράσιμος Βασιλόπουλος (1995) ενώ ήδη από το 1999 απέκτησε παράρτημα Θεσσαλονίκης. 144 ιδρύματα έλαβαν την βοήθεια της Τράπεζας Τροφίμων το 2014 – άνω των 23.000 τελικοί αποδέκτες στην Αττική, με 1,2 χιλιάδες τόνους τροφίμων να φθάνουν σ’ αυτούς. Στην δε συνήθη ερώτηση «από πού θα χρηματοδοτηθούν παρόμοιες δράσεις», η απάντηση είναι ότι υπάρχει – τουλάχιστον – το Ταμείο Βοήθειας προς τους Απόρους, το ΤΕΒΑ/FEAD της Κοινότητας, που διαθέτει πάνω από 3,8 δις ευρώ (για την περίοδο 2014-20), με εθνική συμμετοχή τουλάχιστον 15%. Οι διαθέσιμοι κατά κεφαλήν πόροι για την χώρα μας είναι υψηλοί (γύρω στα 25 ευρώ/άτομο σε σύνολο πληθυσμού, έναντι 8-9 ευρώ μέσο όρο ΕΕ). Όμως οι εγκεκριμένες δαπάνες , ως ποσοστό του συνόλου, βρίσκονται ζαλιστικά χαμηλά στην Ελλάδα.

 

Παρουσιάζεται πάντως η Τράπεζα Τροφίμων, που ως θεσμός και ως μέθοδος που συγκεντρώνει είδη διατροφής απ’ όλη την αλυσίδα παραγωγής και διακίνησης – βιομηχανία, εμπορική διαδρομή, καταστήματα, ακόμη και περισσεύματα στο τέλος της αλυσίδας, εστιατόρια και νοικοκυριά – ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, ως ένας στοχευμένος στο αποτέλεσμα και όχι απλώς στις καλές προθέσεις τρόπος αντιμετώπισης της διατροφικής ανασφάλειας.