Πώς προχωρά η ενεργειακή μετάβαση το 2023 χωρίς το καύσιμο-γέφυρα;

Αλεξάνδρα Σδούκου, γενική γραμματέας Ενέργειας & Ορυκτών Πρώτων Υλών

Η «πράσινη» μετάβαση των ενεργειακών συστημάτων και των οικονομιών της Ευρώπης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή του φυσικού αερίου ως το πλέον καθαρό συμβατικό καύσιμο για την κάλυψη της στοχαστικότητας των Α.Π.Ε. στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, στην πορεία προς την επίτευξη της ουδετερότητας άνθρακα.

Παρά τις αρχικές αντιδράσεις σε θεσμικό και περιβαλλοντικό επίπεδο για τη συμμετοχή του φ. αερίου στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ο πολιτικός ρεαλισμός στην Ευρώπη, το επέβαλε ως το βέλτιστο καύσιμο που θα θωρακίσει και θα σταθεροποιήσει τα ενεργειακά συστήματα  των χωρών-μελών της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έως το 2050.

Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων 18 μηνών, που ξεκίνησε ως κρίση τιμών στο φ. αέριο, απέκτησε χαρακτήρα γεωστρατηγικής απειλής μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Τους μήνες που μεσολάβησαν, το πρωτοφανές άλμα στις τιμές του καυσίμου κλόνισε την εμπιστοσύνη στην ακολουθούμενη πολιτική και υποχρέωσε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να λάβουν έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης της κατάστασης, όπως η απεξάρτηση από τις ρωσικές διαδρομές του φ. αερίου, η προσωρινή επανένταξη της χρήσης άνθρακα και πετρελαίου και, πρόσφατα, η επιβολή ανωτάτου ορίου στην χονδρεμπορική τιμή του καυσίμου.

Σήμερα, υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει ξεπεραστεί ο κίνδυνος μιας ανεξέλεγκτης ενεργειακής κρίσης που θα καθυστερούσε την πορεία προς την Ενεργειακή Μετάβαση. Οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν υποχωρήσει από τα επίπεδα ρεκόρ του καλοκαιριού. Αυτό, σε συνδυασμό με τις νέες επενδύσεις διαφοροποίησης των πηγών φ. αερίου που πραγματοποιούνται σε όλη την Ευρώπη, σημαίνει ότι οι γεωπολιτικές αναταράξεις δεν θα μπορούν να επηρεάζουν καίρια το ρόλο του φυσικού αερίου ως μεταβατικού καυσίμου.

Συγχρόνως, η Ελλάδα παραμένει ακλόνητη στο οραματικό σχέδιό της για την Ενεργειακή Μετάβαση, ήτοι τον μετασχηματισμό της ενεργειακής παραγωγής και κατανάλωσης μέχρι καθαρής μηδενικής ανθρακικής επιβάρυνσης του περιβάλλοντος. Την τελευταία 3ετία έχουν εγκατασταθεί σταθμοί Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας ισχύος 3 GW και η συμμετοχή των Α.Π.Ε. στην ηλεκτροπαραγωγή έχει αυξηθεί σε 45,1% στο 10μηνο 2022 από 33,5% το έτος 2020. Η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται, ενώ επί πλέον έχουμε διαμορφώσει πολιτικές και σχήματα ενισχύσεων για την ανάπτυξη «πράσινης» αποθήκευσης ενέργειας, της εξοικονόμησης ενέργειας και αυτοπαραγωγής. Θα συνεχίσουμε με αμείωτη ένταση να αναπτύσσουμε τις κατάλληλες υποδομές και λύσεις που θα εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις για ένα βιώσιμο ενεργειακό μέλλον.