Λίγη ειλικρίνεια (και) για τα γλυπτά του Παρθενώνα δεν θα έβλαπτε – και μια μνήμη Μελίνας

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Υπάρχει μία προσέγγιση στο – μεγάλο, όλο και μεγαλύτερο ανακαλύπτεται/ αποκαλύπτεται – ζήτημα των αρχαιοτήτων που βρίσκονται, μετά από ιστορική αρπαγή η/και σύγχρονη αρχαιοκαπηλία ή/και από διακίνηση μέσω της επίσημης αγοράς έργων τέχνης. Μια προσέγγιση που υποστηρίζει ότι ο επαναπατρισμός αυτών των έργων μπορεί ρεαλιστικά (η κομβική έννοια: «ρεαλιστικά» ) να επιτευχθεί μόνο μέσα από κάποιου είδους συμφωνία που θα προσπερνάει το ζήτημα της κυριότητας / ιδιοκτησίας. Αυτή είναι η προσέγγιση του δανεισμού, της ανταλλαγής, της πρόσβασης μέσω κοινών ιδρυμάτων και trusts – μεγάλα δικηγορικά γραφεία με αντίστοιχα υψηλό κόστος και ευρηματικότητα νομικών μορφών μπορούν να δίνουν «λύσεις» ad nauseum εν προκειμένω.

Υπάρχει μία άλλη προσέγγιση – στο ίδιο πάντα θέμα, ιδωμένο όμως λίγο πιο επικοινωνιακά/με λογική προβολής και εικόνας – που λέει ότι είναι εντέλει προτιμότερο τα σεβαστά αυτά, μοναδικά πολιτιστικά κειμήλια της ανθρωπότητας να παραμένουν σε μεγάλα και προβεβλημένα Μουσεία των μεγάλων κέντρων του κόσμου – η Αφροδίτη της Μήλου και η Νίκη της Σαμοθράκης στο Λούβρο, τα γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο, τα Κυκλαδικά της Συλλογής Στερν σε ειδικό χώρο του Met / Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης – ώστε να θαυμάζονται από τα εκεί πλήθη και να λειτουργούν ως μαγνήτης («κράχτης», λαϊκά) που θα φέρει τους ξένους θαυμαστές ως τουρίστες  – παλιότερα ταξιδιώτες, αν μη προσκυνητές – στην Ελλάδα.

Υπάρχει και η τρίτη προσέγγιση, η οποία όσον αφορά την Ελληνική περίπτωση στηρίζεται σε ένα θεσμικό πλαίσιο που ανατρέχει ήδη τα πρώτα χρόνια της ελεύθερης Ελλάδας: οι αρχαιότητες ανήκουν στην Πολιτεία, ανεξαρτήτως πώς ανευρίσκονται η πώς διακρατούνται. Αυτή είναι η βάση της θέσης που θυμήθηκε – με κάποια καθυστέρηση, όταν οργίασαν οι φήμες στον Βρετανικό Τύπο για επικείμενη συμφωνία δανεισμού/ανταλλαγής των γλυπτών του Παρθενώνα: «Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει στο Βρετανικό Μουσείο νομή, κατοχή και κυριότητα των γλυπτών, καθώς αποτελούν προϊόν κλοπής». Προς ανάλογη κατεύθυνση ωρίμασε τις τελευταίες δεκαετίες και το διεθνές νομικό πλαίσιο, από UNESCO μέχρι και μονομερείς πρωτοβουλίες κρατών /θεσμών (πιο πρόσφατη η επιστροφή θραυσμάτων των γλυπτών Παρθενώνα από την Αγία Έδρα…) ή ακόμα και διώξεις (από την εισαγγελία του Μανχάταν, διά χειρός του βοηθού Εισαγγελέα Μάθιου Μπογδάνος που έχει μείζονα προϊστορία στην δίωξη προϊόντων αρχαιοκαπηλίας, ακόμα και της διαβόητης συλλογής Στάινχαρτ που οδήγησε σε δεκάδες αντικείμενο σε Αίγυπτο, Ιράκ, Ισραήλ, Ιταλία, Λίβανο, Συρία, Τουρκία – και Ελλάδα).

Αν αφήσει κανείς κατά μέρος της καταγγελτικές στάσεις και αντίστοιχες εκφράσεις – μεταξύ των οποίων η εύκολα επανερχόμενη στο Ελληνικό δημόσιο λόγο «μειοδοσία» ή/και το «ξεπούλημα», πάντως η «υποχώρηση από την εθνική γραμμή», διεκδικούν προβεβλημένη θέση – και οι τρεις παραπάνω προσεγγίσεις μπορούν να στηριχθούν και να επιχειρηματολογηθούν. Ένα όμως λείπει, μονίμως: ένα μίνιμουμ διαφάνειας, ειλικρίνειας και σταθερότητας στην επεξήγηση της εκάστοτε επιλεγόμενης προσέγγισης.

Ναι ή όχι γίνεται συζήτηση για δανεισμό και οργανωμένη ανταλλαγή εκθεμάτων Βρετανικού Μουσείου – Μουσείου της Ακρόπολης; Ναι ή όχι αντίστοιχη λογική πρυτάνευσε στην συμφωνία που αφορά τα 161 Κυκλαδικά της συλλογής Στερν, που ήδη 15 τους εκτίθενται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης; Ναι ή όχι δεχόμαστε ότι το αποσπασμένο έργο τέχνης δεν λειτουργεί χωρίς την άμεση συνάφεια με τον χώρο του, χωρίς το συγκείμενο της ανασκαφής; (Όχι βέβαια πως είναι σωστό να ευθυγραμμίζεται η μία συζήτηση με την άλλη: ο Παρθενώνας αποτελεί μοναδικό θησαυρό της ανθρωπότητας, ώστε αληθινά σοκάρεται να βλέπει κανείς τέια και κοκτέιλ να οργανώνονται στο Λονδίνο στην αίθουσα που φιλοξενεί τα Ελγίνεια).

Ο τρόπος – ζεματισμένος – με τον οποίο το Υπουργείο Πολιτισμού αντέδρασε στα δημοσιεύματα των Βρετανών για σχεδόν έτοιμη συμφωνία με το Βρετανικό Μουσείο (με Πρόεδρο τον Τζωρτζ Όσμπορν, υπουργό Οικονομικών της Βρετανίας το 2010-2016, αρχισυντάκτη νωρίτερα της Evening Standard, σύμβουλο της BlackRock και εταίρο της μικρής πλην δυναμικής επενδυτικής Τράπεζας Robey Washaw, με ζωηρό νεανικό παρελθόν στο διαβόητο Bullington Club: κρατήστε την συνολική εικόνα) δείχνει ότι οι προωθημένες συζητήσεις για τις οποίες έκαναν λόγο από τους Τάιμς του Λονδίνου μέχρι την Γκάρντιαν ή την Ντέηλι Τέλεγκραφ δεν είναι φαντασιώσεις.

Επειδή λοιπόν δεν είναι νοητός ο χειρισμός του επαναπατρισμού των Γλυπτών να έχει πίσω του το οποιοδήποτε πολιτικό ημερολόγιο – όπως είχε κατηγορηθεί η Μελίνα, πριν τρεις δεκαετίες για την δική της εκστρατεία απαντώντας με το αποστομωτικό «μας ξεπερνάνε τόσο, εμάς, τα μάρμαρα [τότε δεν είχε επικρατήσει η ορθότητα στις διατυπώσεις] που κάθε πολιτικός υπολογισμός είναι κωμικός» – λίγη ειλικρίνεια και ευθεία επιχειρηματολόγηση όσων σιγοβράζουν στο νομικοπολιτικό παρασκήνιο θα ήταν σωτήρια.

Η αντίληψη της μυστικής διπλωματίας, τελικά τραυματίζει. Απονομιμοποιεί.