Τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

«Η ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙΣ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»: ΤΟ ΕΝΝΟΟΥΜΕ;

«Η Δημοσίευσις είναι η ψυχή της Δημοκρατίας»: το εννοούμε;
Φωτ. Iqro Rinaldi / Pexels
Η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στη Δικαιοσύνη δεν είναι παροδική, αλλά διαμορφώνει ήδη τους όρους της δημόσιας ζωής. Πού τελειώνει η θεμιτή κριτική και πού αρχίζει η υπονόμευση των θεσμών; Μια συζήτηση στην ΕΣΗΕΑ φωτίζει τα «όρια» σε μια περίοδο αυξημένης δυσπιστίας.

Η εμπιστοσύνη που χάθηκε στην Δικαιοσύνη – ό,τι και όπως κι αν υποστηρίζεται ή επεξηγείται σε επίσημες τοποθετήσεις – είναι κάτι που θα μας παρακολουθεί σ’ όλες τις επόμενες στροφές της δημόσιας ζωής.

Μένει ανοιχτό, πάντως, ένα κοντινό ζήτημα: τι και πώς και από ποιους λέγεται και γράφεται και δημοσιοποιείται γύρω απ’ αυτό το τραυματιστικό ζήτημα. Δηλαδή… ποια είναι τα όρια του λόγου.

Εντελώς επίκαιρα, λοιπόν στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ, που λειτουργεί κάτω από την (Μπενθαμική) ρήση του Ιωάννη-Ιακώβου Μάγερ (εκείνου που εξέδιδε τα «Ελληνικά Χρονικά», πρώτη καταγραφόμενη ελληνική εφημερίδα, στο υπό πολιορκία Μεσολόγγι…) «Η Δημοσίευσις είναι η ψυχή της Δημοκρατίας», πραγματοποιήθηκε μια συζήτηση που καλό θα ήταν να είχε απασχολήσει ευρύτερα. Πολύ ευρύτερα – και μάλιστα έτσι που έχουμε εγκατασταθεί σε μακρά προεκλογική περίοδο, κατά την οποία η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, πρώτιστα δε απέναντι στην Δικαιοσύνη, θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Αρέσει-δεν αρέσει, αυτό!

Ήδη ο τίτλος της συζήτησης – «Όρια της ελευθερίας του λόγου των δικαστών και των (επι)κριτών τους» προετοίμαζε για κάτι το έντονο. Ήταν όντως έντονες οι τοποθετήσεις/η διασταύρωση απόψεων, όπου προσήλθαν κεντρικοί συντελεστές, δικαστές, δικηγόροι και πανεπιστημιακοί, δίνοντας συλλογικά εκείνο που ο Γ. Γούλας , του NB Daily (όπου και φιλοξενείται διαδικτυακά διεξοδική παρουσίαση της συζήτησης) παρομοιάζει διεισδυτικά «με ακτινογραφία της δημοκρατικής μας αντοχής, όπου η Δικαιοσύνη βρίσκεται ταυτόχρονα στο επίκεντρο της κοινωνικής δυσπιστίας και στο στόχαστρο ενός άναρχου, ψηφιακά ενισχυμένου δημόσιου λόγου». Ξαναδιαβάστε το, αυτό το σκέλος φράσεως! Και ξαναδείτε όλα όσα πλέκονται γύρω μας – όχι δε μόνον στις δίκες των υποκλοπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ, της διαγραφής των βίντεο των Τεμπών, αλλ’ εντός ολίγων εβδομάδων και της κυρίως υπόθεσης των Τεμπών.

Ήδη στις εισαγωγικές της παρατηρήσεις – που απετέλεσαν πλήρη παρέμβαση, αλλά με το καίριο ενδιαφέρον ότι προέρχονταν από τον χώρο της ίδιας της Δικαιοσύνης – η Βανέσσα Ντέγκα (Πρόεδρος της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών και εφέτης η ίδια) συνδύασε την θεμελιακή παραδοχή ότι «η ελευθερία της έκφρασης είναι η πολιτικότερη απ’ όλες τις ελευθερίες», για να προσγειώσει ευθύς αμέσως στην παραδοχή ότι η συζήτηση περί ελευθερίας της έκφρασης δεν έχει νόημα να αναφέρονται μόνον οι απόψεις ευνοϊκές ή/και ανώδυνες, αλλά [πρέπει να] εκτείνεται σε όλες όσες «προσβάλλουν, σοκάρουν ή ανησυχούν». Στηριζόμενη και στην ΕΣΔΑ ή τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, πέραν της κατοχύρωσής της στο Ελληνικό Σύνταγμα, η ελευθερία αυτή βρίσκει ορισμένο στην προσβολή της προσωπικότητας ή την παραβίαση δικαιωμάτων τρίτων.

Ειδικά όμως, όσον αφορά την δημόσια έκφραση γνώμης από τον ίδιο τον δικαστή, ανέδειξε την αυξημένη προστασία που έχει – νομολογία του ΕΔΔΑ, εδώ –  η τυχόν άποψη δικαστού που αφορά ζητήματα απτόμενα της λειτουργίας της ίδιας της Δικαιοσύνης ή/και θεμάτων κράτους δικαίου. Το έκανε αυτό, λόγω  των αντιδράσεων που έχουν ξεσηκωθεί τελευταίως γύρω από τοποθετήσεις δικαστών σε συνέδρια ή/και αρθρογραφία τους που άπτονται π.χ. θεμάτων συνταγματικότητας ή πάλι στα πλαίσια συμμετοχής σε συλλογικές και συνδικαλιστικές διαδικασίες. 

Κατά κάποιον τρόπο «ανταποδοτικά», οι ίδιοι οι δικαστές οφείλουν να ανέχονται «ακόμη και οξυμμένη κριτική και να παραμερίζουν προσωπικές πικρίες», με όριο – εδώ – πασίδηλους υβριστικούς και ακόμη περισσότερο συκοφαντικούς χαρακτηρισμούς. (Σε ακροατήριο νομικών, δεν χρειάζονταν διευκρινήσεις ως προς την διαφορά…).

* * *

Αν τώρα κάνει κανείς άλμα και συναντηθεί με την τοποθέτηση της Ιωάννας Κλάπα, επίτιμης Προέδρου του Αρείου Πάγου (δηλαδή από την άλλη μεγάλη πλευρά της Δικαιοσύνης, της Αστικής/Ποινικής) η οποία μάλιστα βρέθηκε στο στόχαστρο επικρίσεων με αφορμή και την υπόθεση των υποκλοπών αλλά και τα Τέμπη, την βλέπει να υιοθετεί μια μαχητική/αμυντική στάση απέναντι στις πιέσεις που δέχεται σήμερα η Δικαιοσύνη «σε περιβάλλον υπερπληροφόρηση,ς συνθηματολογίας και συνωμοσιολογικών αφηγήσεων». Δήλωσε δεκτική στην – ακόμη και αυστηρή – κριτική δικαστικών αποφάσεων και ενεργειών, «η οποία όχι μόνο είναι απολύτως σεβαστή αλλά και επιβεβλημένη για την προαγωγή της νομικής επιστήμης και την βελτίωση της απονομής της Δικαιοσύνης». Πλην όμως εισήγαγε ως προϋπόθεση «να μην ασκείται με εμπάθεια, επιθετικότητα ή μισαλλοδοξία».

[Το πλαίσιο της συζήτησης στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ δεν το επέτρεπαν, αλλ’ οι αναφορές αφορούσαν την έντονη κριτική που είχε υποστεί η κ. Κλάπα-Χριστοδουλέα στα πλαίσια της προδικασίας επί της υπόθεσης των Τεμπών]. Σε άλλη αποστροφή του λόγου της, αναφέρθηκε στο πώς η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι κάθε προσπάθεια «προσαρμογής της ερμηνείας και της εφαρμογής των νόμων στο λεγόμενο «περί δικαίου αίσθημα του λαού», στην ακραία της μορφή είναι ακόμη και επικίνδυνη» μετατρέποντας το δίκαιο «σε θεραπαινίδα της τυραννίας». Πάντως, οι δικαστικοί λειτουργοί κατ’ αυτήν «οφείλουν να επιδεικνύουν λελογισμένη εξωστρέφεια» και να απαντούν «θεσμικά στους επικριτές τους».

Επαναφέροντας, τώρα, στην Διοικητική Δικαιοσύνη έχουμε τον Δημήτρη Σκαλτούνη, επίτιμο Πρόεδρο ΣτΕ να διακρίνει τον λόγο του δικαστή σε επίσημο και ανεπίσημο. Ο πρώτος περιλαμβάνει τόσο τον λόγο που εκφέρεται κατά την άσκηση δικαιοδοτικής αρμοδιότητας, όσο και εκείνον που εκφέρεται σε άλλες επίσημες συνθήκες (μεταξύ των οποίων και οι συνδικαλιστικές τοποθετήσεις). Ο δεύτερος περιλαμβάνει τις εκφράσεις εκείνες όπου δεν υπάρχει στην μέση η δικαστική ιδιότητα: αρθρογραφία στον Τύπο, παρεμβάσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς ο κυρίως ιδιωτικός λόγος. Γι, αυτόν, λοιπόν όσο πιο απομακρυσμένη από τον πυρήνα της άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, τόσο ευρύτερη  και η ελευθερία έκφρασης: περισσότερο προς την ελευθερία έκφρασης κλίνει η πλάστιγγα και στην περίπτωση έκφρασης σε συνδικαλιστικά πλαίσια. Γι αυτόν, καθοδηγητική έννοια για τον δικαστή στον δημόσιο λόγο είναι η έννοια της αυτοσυγκράτησης. [Με την ευχή  μάλιστα, κάποτε να ενεργοποιηθεί ο θεσμός της δικαστικής επικοινωνίας, που προβλέπεται από τον νέο Κώδικα Δικαστικών υπαλλήλων: αυτό θα επέτρεπε ένα επεξηγηματικό περιεχόμενο στις ανακοινώσεις – της ήδη χρήσιμης λειτουργίας Εκπροσώπου Τύπου ΣτΕ και ΑΠ – αποφεύγοντας τα φαινόμενα «άτυπης δίκης» στον δημόσιο λόγο.]

Aπό άλλη πλευρά της Δικαιοσύνης, εκείνη του κόσμου των δικηγόρων, ο (νεοεκλεγμένος) Πρόεδρος του ΔΣΑ Αντρέας Κουτσόλαμπρος θύμισε τις «μελανές για τον τόπο εποχές» όπου δικηγόροι όχι απλώς στοχοποιήθηκαν αλλά και διώχθηκαν όταν αντιπαρατέθηκαν σε πρακτικές υπονόμευσης του κράτους δικαίου (και μάλιστα με συντονισμό εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας…). Οπότε, «με προσήλωση στις βασικές σταθερές του νομικού μας πολιτισμού», η δημόσια παρέμβαση του δικηγορικού σώματος πρέπει πλέον να θεωρηθεί κεκτημένο: ένα δικαίωμα που ασκείται «με σκοπό την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και την θωράκιση του κράτους δικαίου».  Ακούγεται έγκυρο, όμως… πώς υλοποιείται; Και πώς αυτοπροστατεύεται;

Από την δική της σκοπιά, η Πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Μαρία Αντωνιάδου, είχε αναδείξει τον εντελώς ιδιαίτερο ρόλο του Τύπου σε όλην αυτή την αναζήτηση ισορροπίας .Μια διάσταση που συχνά δεν εκτιμάται όσο θα ώφειλε: σ’ αυτήν άλλωστε οφείλεται και η υπενθύμιση του «Η Δημοσίευσις είναι η ψυχή της Δημοκρατίας».

* * *

Από τον χώρο της Δικαιοσύνης, όμως την ιδιαίτερη σκοπιά του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο Πρόεδρος Τμήματος του ΕΔΔΑ Γιάννης Κτιστάκης έφερε στην συζήτηση – με τον γνώριμο ήπιο, μεθοδικό και διαφωτιστικό τρόπο του – την νομολογιακή στάση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Που πλαισιώνει απαιτητικά την συζήτηση αυτή, όσο κι αν στην Ελληνική πολιτική πραγματικότητα αυτό φορές-φορές επ’ εσχάτων παραγνωρίζεται.

Παρουσίασε ο Γ. Κτιστάκης μιαν πρόσφατη απόφαση, Ρουμανική/Danilet και μια παλαιότερη Ελληνική/Κατράμη, που δείχνουν πώς συνδυάζεται η ελευθερία του λόγου με το κοινωνικό αίτημα για δικαιοσύνη.

Ενώπιον της Ρουμανικής Δικαιοσύνης, δικαστής που διατηρούσε δημοφιλή λογαριασμό κοινωνικής δικτύωσης είχε καταδικαστεί. (Θέμα: η από μέρους του αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των θεσμών, επίσης η χρήση λόγου πέραν των ορίων ευπρέπειας) . Στο ΕΔΔΑ – τόσο στο τμήμα όσο και σε ευρεία σύνθεση, (ψήφοι 5:4 και 10:7) – κρίθηκε ότι το θέμα ήταν ευρύτερου ενδιαφέροντος, και ότι η περιοριστική παρέμβαση των εθνικών αρχών υπερέβαινε την αρχή της αναλογικότητας καίτοι γινόταν προς τούτο επίκληση «επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης» . Πώς σταθμίζονται, για το ΕΔΔΑ, ελευθερία έκφρασης των δικαστών και καθήκον αυτοσυγκράτησης; Πρώτον με βάση το περιεχόμενο τον τόνο και τις εκφράσεις των επίδικων δηλώσεων. Δεύτερον με το πλαίσιο των εν λόγω δηλώσεων/την ιδιότητα υπό την οποία εκφράζεται ο συντάκτης τους. Τρίτον, με βάση τις επιπτώσεις των δηλώσεων (σε ανοιχτό ή κλειστό μέσο). Τέταρτον, με την  βαρύτητα της κύρωσης και το αποτρεπτικό της αποτέλεσμα (που, εδώ, κρίθηκε ότι θα μπορούσε να στόχευε όλο το δικαστικό σώμα.) Συν, την τήρηση δικονομικών εγγυήσεων σε όλη την διαδικασία. Η μείωση μισθού που είχε επιβληθεί στον εν λόγω δικαστή, καίτοι οριακής βαρύτητας στην πράξη, κρίθηκε ότι υπερέβαινε την αρχή της αναλογικότητας.

Παλιότερα από την υπόθεση Danilet, η υπόθεση Κατράμη, Ελληνικού ενδιαφέροντος, αυτή, αφορούσε δημοσιογράφο η οποία με άρθρο της κατήγγειλε διαδικαστικές παραλείψεις ανακριτή (σε υπόθεση, μάλιστα, που αφορούσε αδελφό της). Εδώ, το ΕΔΔΑ «κράτησε» πρώτα-πρώτα ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανέδειξε η δημοσιογραφική εκείνη κριτική δε κρίθηκαν ψευδή ενώπιον της Ελληνικής δικαιοσύνης. Ύστερα, κρίθηκε η οξύτητα των επικριτικών εκφράσεων («καραγκιόζης»/ «επίορκος») σταθμιζόμενη όμως με την κατάγνωση στερητικής της ελευθερίας ποινής κατά της δημοσιογράφου (έστω και με αναστολή). 

Για τον Γ. Κτιστάκη, «η απόφαση Κατράμη κατά Ελλάδος δεν νομιμοποιεί προσβολή κατά δικαστών, νομιμοποιεί όμως την αυστηρή, ακόμη και προκλητική κριτική, εφόσον βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα [και] η αντίδραση της έννομης τάξης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο».

Θα την έχουμε για πολύν ακόμη καιρό μπροστά μας αυτήν την συζήτηση/ανάγκη στάθμισης ελευθερίας του λόγου και αναζήτησης ορίων στην έκφραση στα πλαίσια της Δικαιοσύνης. Όσο ειλικρινέστερα, τόσο καλύτερα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ