Τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ: ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΣΤΑΘΕΡΑ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ

Φωτεινή Τσαλίκογλου: Βαδίζουμε σταθερά στα σκοτεινά
Φωτ. ΑΠΕ-ΜΠΕ
Η ψυχολόγος και πανεπιστημιακός συζητά με την Οικονομική Επιθεώρηση την επίδραση του πολυεπίπεδου, μόνιμου καθεστώτος αβεβαιότητας στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Τι σημαίνει για τον σύγχρονο άνθρωπο η μονιμότητα της παραμονής σε αυτό το καθεστώς της γενικευμένης γεωπολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ανασφάλειας; Πώς βιώνει, για παράδειγμα, την επισφάλεια της εργασίας του, όταν έχει μάθει να υποστασιοποιεί το επάγγελμά του, ταυτίζοντάς το σχεδόν με την ταυτότητά του; Τι συνέπειες έχει η πνευματική κατίσχυση της ιδέας περί ατομικής ευθύνης για τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος συναναστρέφεται με τους γύρω του και το περιβάλλον του; Και τι σηματοδοτεί για τον ανθρώπινο ψυχισμό η κατάδυση του εαυτού στον ψηφιακό κόσμο; Ενόψει της νέας χρονιάς, η Οικονομική Επιθεώρηση συνάντησε τη Φωτεινή Τσαλίκογλου, συγγραφέα, ψυχολόγο και πανεπιστημιακό για μια εξαιρετικά διεισδυτική συζήτηση. 

Η κυριαρχία της ανασφάλειας 

Όλοι μας λένε ότι θα πρέπει να συνηθίσουμε το γεγονός ότι η κανονικότητά μας είναι πλέον η ανασφάλεια, ότι θα πρέπει να αναζητήσουμε μέσα μας την ανθεκτικότητα, να καταπιούμε ότι τίποτα δεν είναι προβλεπτό. Πώς όμως ανταποκρίνεται σε όλα αυτά ο καθένας; Στην έννοια ότι ζούμε τη μη κανονικότητα, ζούμε την ανασφάλεια και ότι πρέπει να συμβιβαστούμε με αυτήν;

Ανασφάλεια. Η λέξη είναι οικεία, γνώριμη στον καθένα μας. Μια λέξη-αντικλείδι. Ένα passe partout. Δύσκολα θα βρεθεί κάποιος να έχει απορία στο άκουσμά της. Συνδέεται με φόβο, απειλή, κίνδυνο. Το δεδομένο είναι η ανασφάλεια. Το πώς τη βιώνει τώρα ο καθένας και το πώς αντιδρά σε αυτή είναι ανοιχτό σε πολλές εκδοχές. Στον νου μου έρχεται η λέξη «αναλγησία». Να μένεις αδιάβροχος απέναντι στον πόνο του άλλου. Προφυλάσσει, και είναι παντός καιρού. 

Είναι ένα είδος κυνισμού αυτό; 

Είναι μία απεγνωσμένη μορφή προστασίας. 

Αυτοπροστασίας;

Ναι. Μου έρχεται στον νου μια σκηνή. Σκεφτείτε να έχει τρομερές καταιγίδες έξω και εμείς να έχουμε ανακαλύψει  ένα φοβερό πανωφόρι με κουκούλα, φτιαγμένο από μια καινούργια και εντελώς αδιάβροχη ύλη. Δεν σε διαπερνά το κρύο, δεν σε αγγίζει η βροχή. Δεν νιώθεις απλώς ζεστασιά, δεν καταλαβαίνεις καν ότι είναι χειμώνας. Εξακολουθείς να το φοράς ακόμα και όταν δεν χρειάζεται. Τι χάνουμε όμως με αυτό;

Από την αυτοπροστασία τι χάνουμε;

Ναι. Κάποια στιγμή, ο καιρός αλλάζει. Η κακοκαιρία φεύγει. Ο καιρός αλλάζει. Εμείς όμως  έχουμε μείνει με το πανωφόρι, χωρίς να αφήνουμε να εισχωρήσει μέσα μας η ζεστασιά των ηλιαχτίδων. Εμποδισμένοι μέσα στην αυτοπροστασία μας, αποκομμένοι από τις αλλαγές του καιρού. Αδιάβροχοι. Ανελεύθεροι. Στον νου μου έρχεται ένα από τα πιο σημαντικά ίσως βιβλία του Φρόιντ, το Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό. Μας δείχνει πόσα πράγματα, πόσα κομμάτια από την ελευθερία του είναι διατεθειμένος να θυσιάσει ο άνθρωπος προκειμένου να νιώσει έστω και ένα μικρό κομμάτι ασφάλειας. Το βιβλίο γράφτηκε στο πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα. Στις μέρες μας η ανασφάλεια είναι μια κυρίαρχη παντοδύναμη λέξη. 

Η ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙΚΕΙΑ, ΓΝΩΡΙΜΗ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ. ΜΙΑ ΛΕΞΗ-ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ. ΕΝΑ PASSE PARTOUT. ΔΥΣΚΟΛΑ ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΑΠΟΡΙΑ ΣΤΟ ΑΚΟΥΣΜΑ ΤΗΣ. ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΦΟΒΟ, ΑΠΕΙΛΗ, ΚΙΝΔΥΝΟ. ΤΟ ΔΕΔΟΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ. ΤΟ ΠΩΣ ΤΗ ΒΙΩΝΕΙ ΤΩΡΑ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΩΣ ΑΝΤΙΔΡΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΕ ΠΟΛΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ. ΣΤΟΝ ΝΟΥ ΜΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΛΕΞΗ «ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ». ΝΑ ΜΕΝΕΙΣ ΑΔΙΑΒΡΟΧΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ. ΠΡΟΦΥΛΑΣΣΕΙ, ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ.

Αυτό είναι διαχρονικό ή αλλάζει με τις εποχές; Δηλαδή το ίδιο θα ίσχυε ας πούμε προ-πολεμικά, στον Μεσοπόλεμο, στην εποχή των τραγωδιών, για να μείνουμε στα σύγχρονα;

Η ανθρωπότητα βίωσε φρικτά πράγματα, πολέμους, καταστροφές, μετά όμως μας περίμενε μια ψευδαίσθηση όασης. Μας περίμεναν χρόνια ευημερίας. Μας περίμενε η αίσθηση ότι όλα τα σκοτεινά και δυσοίωνα είχαν  μείνει πίσω και ότι ανοίγεται μπροστά μας ένα ξέφωτο. Υπήρξαν, λοιπόν, διακυμάνσεις. Αλλά από τότε που τα Trente Glorieuses μας άφησαν, δεν νομίζω να έχουμε έκτοτε άλλη διακύμανση. Βαδίζουμε σταθερά στα σκοτεινά. «Στα σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε. Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά» έγραφε τότε ο Σεφέρης. Στα σκοτεινά κι εμείς σήμερα και δίχως ήρωες….. 

Ο εργαζόμενος της κρίσης, ο εργαζόμενος του σήμερα 

Και χάσαμε την ευπλαστότητά μας, την προσαρμοστικότητα που ίσως υπήρχε; Ή είναι θρύλος αυτό;

Εδώ έχουμε, στην πραγματικότητα, δύο έννοιες χωριστές. Την ευθραυστότητα και την ευελιξία. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το ζήτημα της εργασίας, και ειδικότερα την αντίθεση ανάμεσα στην εργασία στα χρόνια της κρίσης και την εργασία σήμερα. Θυμίζω ότι στα χρόνια της κρίσης η ανεργία είχε φτάσει σε τρομακτικά επίπεδα. Τα νούμερα έφταναν το 28%, ενώ σήμερα είμαστε κοντά στο 8-9%, λίγο πιο ψηλά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που είναι στο 7%. Θυμάμαι, λοιπόν, τότε ότι έγραφα «ευαίσθητα» άρθρα για το σύνδρομο της ανεργίας και πώς αυτό διαλύει τους ανθρώπους. Τους κάνει σαν ζωντανούς νεκρούς. Έγραφα θυμάμαι στα Νέα για έναν απολυμένο, που είχε γυναίκα και παιδί, ο οποίος έφευγε κάθε πρωί από το σπίτι την ώρα που θα πήγαινε, υποτίθεται, στο γραφείο. Επειδή, όμως, δεν είχε πλέον δουλειά, περιπλανιόταν στους δρόμους μέχρι να περάσει η ώρα που θα ολοκληρωνόταν το ωράριό του, για να επιστρέψει στο σπίτι. Υπήρχε μια ντροπή, ένα τρομακτικό στίγμα. Να σκεφτούμε  έναν  νέο εργαζόμενο σήμερα. Το πιο πιθανό είναι να είναι ένας επισφαλώς εργαζόμενος. Με άλλα λόγια, ευέλικτες και πολλαπλές δουλειές, ευέλικτες συμβάσεις εργασίας, εξουθενωτικά ωράρια και, φυσικά, με την αγωνία ή ακόμα και τον τρόμο της απόλυσης. Ο εργαζόμενος στην εποχή της κρίσης βίωνε την απόλυση που έχει ήδη γίνει. Ο σημερινός επισφαλώς εργαζόμενος ζει κάθε μέρα με τον φόβο της.  

Έχει νόημα η ερώτηση: Ποιο είναι χειρότερο, ποιο είναι πιο πιεστικό;

Εδώ μπαίνουμε σε ζητήματα αντιφατικά. Γιατί, πέραν όλων των άλλων, ο νέος εργαζόμενος σήμερα θεωρείται, υποτίθεται, και τυχερός. «Τι παραπονιέσαι; Έχεις δουλειά!», του λένε. Δεν δικαιούται, δηλαδή να είναι αναστατωμένος ή ανασφαλής. Αφού έχει δουλειά, θεωρείται ότι έχει ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του, ακόμα κι αν αυτό είναι θρυμματισμένο. Η λέξη «εργαζόμενος» παραδοσιακά δίνει μια κοινωνική αναγνωρισιμότητα, μια ταυτότητα. Υπάρχει ένα ερωτηματολόγιο, από τα πρώτα που είχαμε μάθει στην ψυχολογία, που λέγεται «who am I?», Πρέπει να απαντήσεις, με το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό, στο ερώτημα «Ποιος είμαι». Οι περισσότεροι απαντούν με αναφορά στο επάγγελμά τους. Είμαι δικηγόρος, είμαι δάσκαλος, είμαι….Το «είμαι» υποστασιοποιείται και τροφοδοτείται από την επαγγελματική ιδιότητα. Δίχως αποκρυσταλλωμένες επαγγελματικές ιδιότητες, είναι σαν να μην υπάρχεις. Σαν παράδοξος ονειροκρίτης το επάγγελμα φανερώνει στο άτομο ποιος είναι, τι είναι..

Η βασιλεία της ατομικής ευθύνης 

Μιλάμε για ανθεκτικότητα. Τελευταίως συζητείται πολύ κι αυτή η ιδέα της αυτοβελτίωσης. Να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας. Κατά πόσο αυτές οι δύο απαιτήσεις συνιστούν βάρος αντί για πρόκληση; Δηλαδή, καλούμαστε συνεχώς να αντέχουμε σε όλα, να γινόμαστε συνεχώς καλύτεροι, στην επαγγελματική και την προσωπική μας ζωή, να κάνουμε τα πάντα, να είμαστε μέσα σε όλα…

Μια χρήση της καθημερινής  ψυχολογίας με πολλές υπεραπλουστεύσεις. Μπορεί κάπως να αληθεύει ότι οι μεγαλύτερες αλήθειες είναι οι κοινότοπες. Υπάρχουν όμως αλήθειες που σου τσακίζουν τα κόκαλα και τότε καμιά απλούστευση δεν είναι αρκετή. Στη διάρκεια της πανδημίας, αυτή η πρακτική της αυτοβελτίωσης και των ψυχο-συμβούλων απέκτησε δημοφιλία. Συμβουλές επί συμβουλών: Να βγαίνεις, να περπατάς, να παίρνεις βαθιές αναπνοές, να έχεις χόμπι, να κάνεις γυμναστική, να κάνεις αισιόδοξες σκέψεις και ούτω καθεξής. Προτροπές − έτοιμα «δεκανίκια». Στην πραγματικότητα, όμως, μια σπίθα φωτιάς να τα αγγίξει, τα δεκανίκια  θα γίνουν παρανάλωμα, θα καούν. Υπάρχει, βεβαίως, και κάτι ακόμη. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος τα κάνει όλα αυτά. Τους περιπάτους του, τις αναπνοές του, τη γυμναστική του, αλλά εξακολουθεί να μην αισθάνεται καλά. Τότε το πιο πιθανό είναι να αρχίσει να σκέφτεται «μήπως φταίει κάτι μ’ εμένα; Κάτι σίγουρα δεν πάει καλά μ’ εμένα». Επιστρέφει δηλαδή πίσω σε μια αίσθηση δυσφορίας που είναι ακόμα πιο υπονομευτική για τον ψυχισμό του.

Σαν να σου αποδίδεται ατομικά η ευθύνη…

Ναι, η βασιλεία της ατομικής ευθύνης. Αυτή η αντίληψη, δηλαδή ότι, αν κάποιος αποτύχει στη δουλειά του, για να επιστρέψουμε στη συζήτηση για τον σύγχρονο εργαζόμενο, ή αν δεν βρει εργασία, ή αν δεν είναι ικανοποιητική η εργασία που βρήκε, αυτός φταίει και μόνο αυτός. Άρα αυτός δεν υποφέρει μόνο από το χαμηλό εισόδημα που λαμβάνει ή από την πλήρη απουσία εισοδήματος, αλλά και από την υπευθυνοποίησή του. «Είσαι άνεργος!», «Είσαι φτωχός!», «Φταις!» Αυτό είναι καταλυτικό για την ψυχική υγεία. 

ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ, ΑΥΤΗ Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΨΥΧΟ-ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΔΗΜΟΦΙΛΙΑ. ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΕΠΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ: ΝΑ ΒΓΑΙΝΕΙΣ, ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ, ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΒΑΘΙΕΣ ΑΝΑΠΝΟΕΣ, ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΧΟΜΠΙ, ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ, ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΥΤΩ ΚΑΘΕΞΗΣ. ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ − ΕΤΟΙΜΑ «ΔΕΚΑΝΙΚΙΑ». ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΟΜΩΣ, ΜΙΑ ΣΠΙΘΑ ΦΩΤΙΑΣ ΝΑ ΤΑ ΑΓΓΙΞΕΙ ΤΑ ΔΕΚΑΝΙΚΙΑ, ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΠΑΡΑΝΑΛΩΜΑ, ΘΑ ΚΑΟΥΝ.

Πώς ακριβώς ορίζουμε την ψυχική υγεία; 

Εγώ ανατρέχω στον Φρόιντ και σε έναν σύντομο ορισμό της ψυχικής υγείας που έχει δώσει Ψυχική υγεία είναι «η ικανότητα του αγαπάν και του εργάζεσθαι», η ικανότητα να αγαπάς και να εργάζεσαι. Τι σημαίνει «να αγαπάς» και τι σημαίνει «να εργάζεσαι»; Τι σημαίνει π.χ. να αγαπάς χωρίς να αγαπιέσαι; Υπάρχει ένα ωραίο σονέτο, το οποίο αποδίδεται μάλλον λανθασμένα στον Σαίξπηρ: «to love is something, to be loved is nothing, to love and be loved is everything». 

Στο μικρό και στο μεγάλο σύνολο

Μιλήσαμε για το άτομο. Στο μικρό σύνολο μάθαμε την εποχή της κρίσης να λέμε ότι έσωσε την κατάσταση η οικογένεια. Ή η παρέα. Στο μικρό σύνολο, αυτή η ανασφάλεια, αυτή η μεταβλητότητα των πάντων, τι κάνει; Το θρυμματοποιεί ή αναδεικνύει ακόμη παραπάνω τη σημασία του;

Έκανε και τα δύο. Ας δούμε, για παράδειγμα, τα ερευνητικά δεδομένα στην πανδημία. Μια περίοδος που σαν εργαστήριο μας έκανε να σκεφτούμε  πολλά. Στη διάρκεια της πανδημίας, λοιπόν, που όλοι κλείστηκαν μέσα στο σπίτι και ζούσαν όλη την ημέρα με την οικογένειά τους, η ενδοοικογενειακή βία είχε τρομακτική αύξηση. Άνθισε. Αυτό, δηλαδή, που θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, ότι τώρα οι σύζυγοι θα είναι πια επιτέλους κοντά, θα έχουν χρόνο στη διάθεσή τους, θα είναι πιο ευτυχείς, είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Η βία μεταξύ συζύγων, η κακοποίηση των παιδιών, των ηλικιωμένων, αυξήθηκε κατακόρυφα. .

Ερμηνεία;

Οι ανθρώπινες σχέσεις παύουν να είναι προστατευτικός παράγοντας ψυχικής υγείας, γίνονται οι ίδιες δέλεαρ καταστροφής. Ξέρετε τι με φοβίζει στην τελική; Η εξοικείωση με το ακραίο. Στα πιο άγρια εγκλήματα μια στενή σχέση συνδέει το θύμα με τον θύτη. Σύζυγοι, εραστές, γονείς, παιδιά. Η καταστροφικότητα εμπλέκεται με την αυτοκαταστροφικότητα. Και, βέβαια, στις γυναικοκτονίες μια ολόκληρη πατριαρχική παράδοση διαδραματίζει τον δικό της σκοτεινό. ρόλο.  «Είναι κτήμα μου. Μου ανήκει. Θα την κάνω ό,τι θέλω».

Αν το πάμε ακόμη παραπέρα, στο μεγαλύτερο σύνολο, δηλαδή την κοινωνία, το πολιτικό σύστημα, η άνθιση της βίας στην πολιτική, της Ακροδεξιάς πιο συγκεκριμένα, είναι κατ’ αναλογίαν μια μεταφορά της πίεσης σε αυτόν που σε αντιπροσωπεύει, αναζητώντας κάποιον τρίτο να του φορέσεις την ευθύνη;

Είναι μια βία τυφλή, που τροφοδοτείται από το μένος και τη μοχθηρία, και από τη μη αναγνώριση του άλλου. Από την πεποίθηση ότι ο άλλος, δηλαδή, ο διαφορετικός, ο αδύναμος, ο ευάλωτος, πρέπει να καταστραφεί και δεν μπορεί να υπάρχει. Δεν δικαιούται να υπάρχει. 

Επειδή αυξάνει αυτό το κύμα, κανονικοποιείται, ιδεολογικοποιείται, μεταφέρεται… Για παράδειγμα η Νέα Εθνική Στρατηγική της Αμερικής, 33 σελίδων, δημοσιευμένη με το έμβλημα των Ηνωμένων Πολιτειών, λέει στους Ευρωπαίους «χάνετε την ταυτότητά σας, βουλιάζετε και πρέπει να στραφείτε σε αντιμετώπιση των ξένων που έρχονται, για να διασωθείτε, και σε αυστηρότερες πολιτικές». Άρα στο βάθος αφήνει να φανεί το πρότυπο αυτού που στην Ευρώπη λέμε Ακροδεξιά. Και το λέει ως συνταγή.

Εντάξει, απλώς εδώ εγώ έχω ένα πρόβλημα. Δεν θέλω να το «ψυχολογιοποιήσω» αυτό το πράγμα. Πιστεύω ότι μία από τις μεγαλύτερες «ασθένειες» της ψυχολογίας είναι η ψυχολογιοποίηση. Η τάση, δηλαδή, να ερμηνεύεις κάθε λογής φαινόμενα με ψυχολογικούς όρους. Π.χ. ο άνεργος είναι ένας άνθρωπος με αδύναμο εγώ. Η πολλαπλά κακοποιημένη γυναίκα  αντλεί ενδόμυχη ευχαρίστηση από τη βία που της ασκείται. Πιστεύω ότι αυτό είναι το αδύνατο σημείο μιας συγκεκριμένης ψυχολογίας. Η γαλλική σχολή της κοινωνικής ψυχολογίας (Σερζ Μοσκοβισί, Στάμος Παπαστάμου) έχει αναδείξει τα ιδεολογικά και επιστημονικά κενά αυτής της θεώρησης. Ο ψυχολογισμός είναι η παιδική ασθένεια της ψυχολογίας. Είναι π.χ. σαν να προσπαθούμε να εξηγήσουμε την πολιτική του Τραμπ μέσα από γνωρίσματα της προσωπικότητάς του. Ειρήσθω εν παρόδω, έχετε δει την ευχαρίστηση που διαγράφεται στο πρόσωπό του  όταν εξαγγέλλει τις πολιτικές του εναντίον των ξένων. 

Αγνή, παιδική ευχαρίστηση… 

Ναι, είναι απίστευτο. Θα ήθελα να αναφερθώ σε μια σκηνή από το τελευταίο μου βιβλίο, η οποία είναι σχετική. Το βιβλίο μου (Ο Ιωσήφ ήρθε μετά, Εκδόσεις Καστανιώτη) διηγείται την ιστορία του Ιωσήφ. Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, διανθίστηκε όμως με τη μυθοπλασία. Ο Ιωσήφ είναι ένα πραγματικά ανάλγητο πλάσμα, το οποίο έχει σπείρει την καταστροφή. Οδήγησε σε αυτοκτονία τη μητέρα του και τον πατέρα του, σκότωσε τον σύζυγο της ερωμένης του, ενώ είχε αποπειραθεί να σκοτώσει την αδελφή του, τη Θάλεια. Στο τέλος του βιβλίου, λοιπόν, ο Ιωσήφ βγαίνει από το ψυχιατρικό ίδρυμα στο οποίο ήταν έγκλειστος και επισκέπτεται για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια την αδελφή του στο σπίτι της – να πω ότι η σκηνή αυτή είναι μυθοπλασία, δεν συνέβη ποτέ. Η αδελφή του του ανοίγει την πόρτα, ενώ είναι η ώρα που ξεκινά το δελτίο ειδήσεων των 8 παρά. Κάθονται λοιπόν στον καναπέ αμήχανοι και οι δύο, με την τηλεόραση να γεμίζει το κενό. Η τηλεόραση παίζει πλάνα από τους αλυσοδεμένους μετανάστες που τους οδηγούσαν οι αμερικανικές αρχές σε παρέλαση σε ένα αεροπλάνο, για να απελαθούν. Και στο background έπαιζε μια μουσική, το τραγούδι του Τραμπ. Η μουσική αυτή κάτι θυμίζει στον Ιωσήφ, διότι επρόκειτο για ένα τραγούδι της γενιάς του, και έτσι αρχίζει να το σιγομουρμουρίζει. Και εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει ότι αυτό που κάνει είναι ανεπίτρεπτο. Και ανασηκώνεται τρομαγμένος με τον εαυτό του, γυρνάει στην αδελφή του και λέει: «Συγγνώμη, απλώς μου ήρθε στο μυαλό αυτή η μουσική». Η αδελφή του τον καθησυχάζει και του λέει: «Μη σε νοιάζει, και εγώ παρασύρθηκα να το τραγουδήσω».

ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΜΕ ΦΟΒΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ; Η ΕΞΟΙΚΕΙΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΑΚΡΑΙΟ. ΣΤΑ ΠΙΟ ΑΓΡΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΙΑ ΣΤΕΝΗ ΣΧΕΣΗ ΣΥΝΔΕΕΙ ΤΟ ΘΥΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΥΤΗ. ΣΥΖΥΓΟΙ, ΕΡΑΣΤΕΣ, ΓΟΝΕΙΣ, ΠΑΙΔΙΑ. Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ ΕΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ. ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΕΣ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟ. ΡΟΛΟ. «ΕΙΝΑΙ ΚΤΗΜΑ ΜΟΥ, ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ. ΘΑ ΤΗΝ ΚΑΝΩ Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ».

Αυτό τι είναι; La banalisation du mal;

Όχι. Eίναι ότι το κακό πλέον έχει εκτοξευθεί τόσο ψηλά, που είναι ικανό να ενεργοποιήσει έναν κραδασμό, ένα αντανακλαστικό στοιχειώδους ανθρωπιάς ακόμα και σε ένα πλάσμα που δεν έχει δείξει για χρόνια ολόκληρα ένα ελάχιστο ίχνος ενσυναίσθησης. Ένα ας το ονομάσουμε  «ψυχοπαθητικό» πλάσμα.  

Το μητρικό αγκάλιασμα

Βλέπω πίσω σας την εικόνα μιας βρεφοκρατούσας. Είναι η προσφυγή στο υπερβατικό, στη θρησκεία, στις θρησκείες, διέξοδος στην εποχή της ανασφάλειας και της απειλής; Και αν είναι, είναι ασφαλής προσφυγή ή θα κλονιστείς στο επόμενο βήμα;

Έχω την αίσθηση ότι η επιθυμία ή έκκληση σε ένα μητρικό αγκάλιασμα παραμένει αμείωτη. Δεν μπορεί να εξοντωθεί. Μπορεί το θρησκευτικό στοιχείο της βρεφοκρατούσας Παναγιάς να το συμβολίζει, αλλά σε γενικές γραμμές, σαν φαντασίωση, όλοι έχουμε περάσει από αυτό το στάδιο στην αρχή της ζωής μας. Τότε που μια μητέρα ή ένα υποκατάστατο μητέρας μας κράτησε στην αγκαλιά. Και όσοι ήταν τυχεροί, μπόρεσαν να καθρεφτιστούν σε εκείνο το βλέμμα της μητέρας και να μην εισπράξουν αδιαφορία, κενό ή νεκρό βλέμμα. Μπορούμε να αναφερθούμε στο σύνδρομο της νεκρής μάνας, που έχει πει ο Αντρέ Γκριν, αλλά εγώ θα ήθελα να το γενικεύσω: η νεκρή μάνα μπορεί να είναι μια μάνα που έχει σκοτωθεί στον πόλεμο, μια μάνα που δεν υπήρξε ποτέ, αλλά μπορεί όμως να είναι και η παρούσα/απούσα μάνα. Όταν το μωρό που κοιτάζει τη μητέρα δεν βλέπει τίποτα να του έρχεται πίσω σαν αντανάκλαση, αν αυτό που βλέπει είναι μια απουσία ή μια καταστροφή, το ίδιο το μωρό εισάγεται στη ζωή μέσα από μια εμπειρία που είναι ανοιχτή σε όλα τα σκοτεινά μετά… 

Άρα είναι σωτηρία αυτό;

Το Elephant Man του Ντέιβιντ Λιντς το θυμάστε; Αυτόν τον δύσμορφο άνθρωπο;  Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα συγκλονιστικό έργο. Υπάρχει σαν σκιά αυτό που συζητάμε τώρα. Μια πανέμορφη μαμά που δεν εμφανίζεται ποτέ παρά μόνο κάπου σε έναν πίνακα.  Μια μαγευτική σαν οπτασία γυναίκα που περνάει σαν σκιά, σκηνοθετικά. Η πιο σημαντική σκηνή του έργου είναι η στιγμή που ο όχλος πάει να λιντσάρει τον «άνθρωπο ελέφαντα» και εκείνος βγάζει μια κραυγή «I’m not an animal, I’m a human being», και σωριάζεται χάμω. Έχεις την αίσθηση ότι η κραυγή  «είμαι ένα ανθρώπινο πλάσμα» σαν έκκληση, σαν ικεσία, απευθύνεται σε αυτή τη σαν οπτασία χαμένη μητέρα. Να θυμίσω επίσης την Άννα Καρένινα, τη στιγμή που πέφτει  στις γραμμές του τρένου για να δώσει τέλος στη ζωή της, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σαν χάδι, σαν αεράκι απαλό, έρχεται στο μυαλό της το άγγιγμα μιας θάλασσας. Μιας θάλασσας που είναι το σύμβολο μιας μητρικής αγκαλιάς…

Ψηφιακός εθισμός, μοναξιά 

Να αλλάξουμε λίγο θέμα. Ψηφιακός εθισμός και κοινωνικά δίκτυα. Βλέπουμε ανθρώπους, ακόμη και στην ίδια παρέα, οικογένειες ολόκληρες, να είναι ο καθένας απορροφημένος στην κύλιση της δικής του οθόνης… Και να το πάμε και ένα βήμα παραπέρα. Αυτή η συνεχής έκθεση στο τι κάνει ο άλλος, στο φτιασίδωμα του μικρού βίντεο, τι μας προκαλεί; 

Δεν είναι ένα μαρτύριο αυτό; Αλλά, υπάρχει και εδώ μια πανουργία. Της ψηφιακής, αυτή τη φορά, ιστορίας. Η ψηφιακή τεχνολογία σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, ότι είσαι Θεός. Μπορείς ακόμα και να αναστήσεις νεκρούς, μέσα από την τεχνητή νοημοσύνη που παρεμβαίνει στις φωτογραφίες, κάνοντας έναν άνθρωπο εκατό χρονών να φαίνεται είκοσι ή να φιλιέται με την πεθαμένη γυναίκα του. Μπορεί κανείς να αναστήσει αναμνήσεις, να κάνει το παρελθόν παρόν, να ομορφύνει τον εαυτό του. Είναι μία συνθήκη πλήρους αναταραχής και ανισορροπίας, η οποία σου δίνει μια ψευδαίσθηση που ταιριάζει με αυτό που λέμε ναρκισσιστική εποχή. Μια ψευδαίσθηση την οποία, μάλιστα, μπορείς να απολαύσεις σχεδόν με μηδέν κόστος. 

Η πιο τραγική ιστορία είναι εκείνη με έναν νεαρό Άγγλο. Ο πρώτος επίσημα καταγεγραμμένος Βρετανός με εθισμό στα selfies πριν από δέκα περίπου χρόνια ήταν ο 19χρονος Ντάνι Μπάουμαν. Το όνειρό του να τραβήξει την «τέλεια selfie» μετατράπηκε σε βασανιστική, καταστροφική εμμονή. Εγκατέλειψε το σχολείο, έχασε 15 κιλά, σταμάτησε να βγαίνει από το σπίτι επί έξι μήνες, τραβώντας κατά μέσο όρο εκατό φωτογραφίες του εαυτού του, επί δέκα ώρες την ημέρα. Η μητέρα του τον βρήκε λιπόθυμο, όταν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει παίρνοντας χάπια, επειδή δεν είχε καταφέρει να τραβήξει τη φωτογραφία των ονείρων του. 

ΠΙΣΤΕΥΩ ΟΤΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ «ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ» ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΟΠΟΙΗΣΗ. Η ΤΑΣΗ, ΔΗΛΑΔΗ, ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΕΙΣ ΚΑΘΕ ΛΟΓΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΟΡΟΥΣ. Π.Χ. Ο ΑΝΕΡΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΑΔΥΝΑΜΟ ΕΓΩ. Η ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΝΤΛΕΙ ΕΝΔΟΜΥΧΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΑ ΠΟΥ ΤΗΣ ΑΣΚΕΙΤΑΙ. Ο ΨΥΧΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ. ΕΙΝΑΙ Π.Χ. ΣΑΝ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΕΞΗΓΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν επισημαίνουμε επαρκώς μια βαθύτερη διάσταση αυτού που αποκαλούμε μοναξιά. Στον βιομηχανικό κόσμο, στον δυτικό κόσμο, για να το πούμε έτσι, η επισφάλεια δεν προκύπτει μόνον από τον κίνδυνο να χάσει κανείς τη δουλειά του. Έχει επίσης να κάνει και με το ότι ο άνθρωπος μετέχει σε ένα σύστημα εργαζομένων, επιβιώνει, χωρίς καμία απολύτως σχέση με άλλους ανθρώπους. Εγκαθίσταται σε ένα σύστημα καθημερινής δράσης, όπου είναι μόνος −ένα παράδειγμα εδώ είναι και η εξ αποστάσεως εργασία−, και ταυτόχρονα υπάρχει η διάχυτη πεποίθηση ότι είναι εκείνος αποκλειστικά υπεύθυνος για το μέλλον του, για την ευτυχία του, για την επιτυχία του, για την επίδοσή του.

Αυτό είναι τρομερό, πράγματι. Παραμονεύει όμως ένα αλλά. Και θα επανέλθω σε αυτό που έλεγα προηγουμένως. Η εποχή προσφέρει απλόχερα στον επισφαλή άνθρωπο ένα όπλο, καλό ή κακό: την ψευδαίσθηση ασφάλειας που παρέχει ο ψηφιακός πολιτισμός. Για παράδειγμα, μια ηλικιωμένη, που βλέπει το πρόσωπό της και δεν μπορεί να το αντέξει, γίνεται με τη βοήθεια της τεχνολογίας, μέσα από ένα φίλτρο νέα. Οι ψευδαισθησιακές αλήθειες είναι αυτές που φθείρονται και πιο δύσκολα, λέει ο ποιητής. Ο ψηφιακός κόσμος μάς ανταμείβει πλουσιοπάροχα με αυτή την έννοια. Μας κάνει τρομακτικά δώρα. Μπορεί μεν να είναι δηλητηριώδη, αλλά είναι δώρα. Δώρα που δεν είχε ο Κάρολος Ντίκενς να προσφέρει στην ηρωίδα του. Σκεφτείτε στις Μεγάλες Προσδοκίες να υπήρχε η διέξοδος αυτή για τη Μις Χάβισαμ. Και να μπορούσε να έχει στη διάθεσή της μια οθόνη στην οποία θα έβλεπε διάφορες σκηνές όπου θα συνυπήρχε με τον αγαπημένο της, όντας αμφότεροι νέοι. Θα το έβλεπε και θα το χαιρόταν, και μπορεί και να το απολάμβανε. Και γιατί όχι, σε τελική ανάλυση; Αν με αυτή την ψευδή οθόνη-συντροφιά κάποια στιγμή έκλεινε για πάντα τα μάτια της με ένα χαμόγελο ευτυχίας; Ποιος θα μπορούσε να πει όχι; 

Τεχνητή νοημοσύνη και δημιουργικότητα 

Ένα επαγγελματικό σχεδόν ερώτημα. Καταλήγει μήπως η ψυχολογία, όχι ο ψυχολογισμός, να λειτουργεί σαν άλλοθι των προσεγγίσεων της πολιτικής; Καταλήγει μέσα από την ψυχολογική εξήγηση να απωθείται η ευθύνη του συνόλου για το άτομο; Αυτό που έφερε στη σύγχρονη εποχή το Ταμείο Ανεργίας, το Σύστημα Υγείας, ήταν ότι το σύνολο έλεγε −για να μην εξεγερθεί το άτομο, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα− ότι «οφείλω κάτι, σου οφείλω». Όταν όμως ψυχολογικά εγώ έχω αναλάβει όλη την ευθύνη, δεν μου οφείλει κανείς τίποτα…

Λέτε «κάτι». Του οφείλει «κάτι». Η εποχή μας έχει αφήσει πολύ πίσω το «κάτι». Όταν μιλάμε για ναρκισσιστική εποχή, εννοούμε ότι δεν υπάρχει όριο στις φαντασιώσεις που επιτρέπει. Με βάση αυτές τις φαντασιώσεις μεγαλείου που έχει επιτρέψει η εποχή στο άτομο να κατισχύσουν, αυτό το «κάτι» του Ταμείου Ανεργίας, μιλάω τώρα για τον δυτικό κόσμο εδώ, μόνο χαμόγελα, ειρωνείας, αν όχι θυμού  προκαλεί.

«Αγαπάν και εργάζεσθαι». Χρησιμοποιήσατε αυτό το δίπολο του Φρόιντ για τον ορισμό της ψυχικής υγείας. Τώρα που οι μηχανές μπορεί σιγά σιγά να αρχίσουν να εργάζονται για μας και εμφανίζονται και άνθρωποι που ερωτεύονται ή συναναστρέφονται τέλος πάντων με τεχνητές νοημοσύνης, πώς αναδιαρθρώνεται αυτό το δίπολο; 

Είναι ένα πολύ σημαντικό ερώτημα. Να πω όμως το εξής. Πιστεύω ότι το ΑΙ είναι καταστροφικό για τα νέα παιδιά. Εμείς τώρα μπορούμε να «παίζουμε» μαζί του. Μια φίλη μου μου έλεγε πόσο τη διασκεδάζει να τσακώνεται για σοβαρά ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας με τον ΑΙ της και στο τέλος εκείνη να τον κερδίζει στα επιχειρήματα! Εντάξει. ΟΚ! Λες και χαμογελάς. Διασκεδάζουμε , να το ρωτάμε, να μας απαντά και ούτω καθεξής. Για τα νέα παιδιά όμως, που ξεκινάνε τώρα την αναζήτηση της δημιουργικότητάς τους και το ταξίδι της ανακάλυψης του εαυτού τους και του κόσμου γύρω τους, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εμείς ξέρουμε κάπως μέχρι πού έχουμε πάει και μέχρι πού δεν θα πάμε. Τα παιδιά τώρα ανακαλύπτουν τη δημιουργικότητά τους. Και η δημιουργία θα δηλώνει πάντα αυτό που δεν υπάρχει ακόμα και το κάνεις εσύ να υπάρχει. Εσύ και όχι Αυτό. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ