Μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ο πρόεδρος Τραμπ είχε απευθύνει τελεσίγραφο στον Ζελένσκι να αποδεχθεί την αναθεωρημένη συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. Ο Ουκρανός ηγέτης δήλωνε έτοιμος να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές μέσα στους επόμενους δυο τρεις μήνες, ενώ σε συνέντευξή του στο Politico ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήριζε την Ευρώπη «μια ομάδα εθνών σε αποσύνθεση, υπό την ηγεσία αδύναμων ανθρώπων», προσθέτοντας μάλιστα ότι «ορισμένοι ηγέτες της είναι πραγματικά ηλίθιοι».
Λίγο πριν από το τέλος του 2025, με φόντο τις ραγδαίες διεθνείς ανακατατάξεις, η Οικονομική Επιθεώρηση συνομίλησε με τον Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής δημοσιογράφο και σχολιαστή διεθνών υποθέσεων των Financial Times. Με αναφορά στο βιβλίο του The Age of the Strongman (Η εποχή των ισχυρών ανδρών), ο Ράχμαν επισημαίνει πως η διαρκής δαιμονοποίηση τόσο της δυτικής συμμαχίας όσο και της Ρωσίας λειτουργεί ως καταλύτης ακινησίας, εγκλωβίζοντας κάθε προσπάθεια εξεύρεσης λύσης μέχρι την πλήρη εξάντληση των αντιμαχόμενων πλευρών. Καταλήγοντας, και επιχειρώντας μια σύντομη αποτίμηση των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν μέσα στη χρονιά, σημειώνει πως δεν έχει ακόμη προκύψει το καθοριστικό γεγονός που θα οδηγήσει σε μία νέα διεθνή τάξη πραγμάτων.
Ουκρανία, Ρωσία, Ευρώπη
Ένας πρόσφατος τίτλος στο BBC ήταν «Γιατί ο Τραμπ πέτυχε σημαντική πρόοδο στη Γάζα, αλλά δεν μπορεί να κάνει το ίδιο με τον Πούτιν στην Ουκρανία». Ξεκινώντας από το γεωπολιτικό πλαίσιο, πιστεύετε ότι αυτός ο πόλεμος αποκάλυψε τα όρια της μεταψυχροπολεμικής τάξης και έδειξε ότι αυτό που κάποτε ονομάζαμε «σύστημα βασισμένο σε κανόνες» ήταν στην πραγματικότητα μια δυτική επινόηση και όχι μια πραγματικά παγκόσμια συναίνεση;
Νομίζω ότι το ζήτημα του «συστήματος που βασίζεται σε κανόνες» ήταν ανέκαθεν λίγο αμφισβητήσιμο. Υπήρξε, ωστόσο, μια περίοδος κατά την οποία ορισμένοι τουλάχιστον είχαν αποδεχτεί την ιδέα ότι υπάρχουν κοινοί κανόνες που διέπουν το παγκόσμιο σύστημα. Και αν δει κανείς τι λένε οι Ρώσοι, δεν ισχυρίζονται ότι δεν πιστεύουν στους κανόνες, αλλά υποστηρίζουν ότι οι πράξεις τους είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο.
Είναι σπάνιο οι χώρες να παραδέχονται ανοιχτά ότι θα παραβιάσουν το διεθνές δίκαιο. Συχνά μπορεί να είναι υποκριτικές ή να έχουν αδύναμα επιχειρήματα, αλλά είναι απρόθυμες να παραβιάσουν ανοιχτά το διεθνές δίκαιο. Για παράδειγμα, ο Τραμπ μπορεί να λέει περιστασιακά ότι θα το κάνει, αλλά θα στοιχημάτιζα ότι οι δικηγόροι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα σπεύσουν να τον καλύψουν και να του εξασφαλίσουν νομική κατοχύρωση.
ΕΙΝΑΙ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ, ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΠΕΙΣΤΕΙ ΟΤΙ Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΠΕΙΛΗ. Η ΡΩΣΙΚΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΟΤΙ Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΤΗ ΡΩΣΙΑ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ, ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Η ΑΠΟΨΗ ΟΤΙ, ΑΝ Η ΡΩΣΙΑ ΝΙΚΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΑΠΕΙΛΗΘΕΙ Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ. ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ.
Μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, υπήρχε μια υπόρρητη αντίληψη ότι το διεθνές σύστημα ήταν ταυτόχρονα βασισμένο στο δίκαιο και στην ισχύ, αλλά και σε ένα είδος αποδοχής ότι οι ΗΠΑ ήταν η πιο ισχυρή χώρα που θα επέκτεινε το σύστημα χρησιμοποιώντας περιστασιακά στρατιωτική δύναμη στο εξωτερικό είτε ήταν ο πόλεμος στο Ιράκ είτε ο πόλεμος στο Αφγανιστάν. Αυτή η περίοδος ήταν σχετικά σύντομη.
Στην πραγματικότητα, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συνδέεται με το τέλος της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν, ενώ η Κίνα είχε δώσει τον τελευταίο εξωτερικό της πόλεμο το 1979 στο Βιετνάμ. Έτσι, για αρκετό καιρό, κυρίως οι Αμερικανοί ήταν εκείνοι που χρησιμοποιούσαν στρατιωτική ισχύ στο εξωτερικό.
Οι Ρώσοι, στον βαθμό που προσέφευγαν στη βία, το έκαναν σε περιοχές που σιωπηρά αναγνωρίζονταν ως δική τους «γειτονιά», όπως η Τσετσενία και η Γεωργία. Ίσως εδώ να υπήρξε μια παρεξήγηση: αν η Ρωσία θεωρούσε ότι η Ουκρανία ανήκει στην ίδια κατηγορία με τη Γεωργία −ως τμήμα της πρώην ΕΣΣΔ και μέρος της πλησιέστερης γειτονιάς της− τότε πιθανόν να αιφνιδιάστηκε από την έντονη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, που θεώρησαν την εισβολή μια σοβαρή παραβίαση των διεθνών συμφωνιών.
Έχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από την έναρξη ενός πολέμου φθοράς, που δοκιμάζει τη συνοχή της Ευρώπης. Πιστεύετε ότι η αμοιβαία δαιμονοποίηση θα συνεχίσει τη σύγκρουση ή ότι η εκεχειρία είναι τελικά εφικτή βάσει του Σχεδίου Τραμπ;
Νομίζω ότι έχετε δίκιο σχετικά με την αμοιβαία δαιμονοποίηση. Γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να υπάρξει προσέγγιση, επειδή και οι δύο πλευρές έχουν πλέον πειστεί ότι η άλλη αποτελεί υπαρξιακή απειλή. Η ρωσική ρητορική υποστηρίζει ότι ο Δυτικός κόσμος επιδιώκει να καταστρέψει τη Ρωσία, ότι «πρέπει να νικήσουμε, αλλιώς κινδυνεύει η ίδια μας η ύπαρξη». Από την άλλη, στη Δύση επικρατεί η άποψη ότι, αν η Ρωσία νικήσει στην Ουκρανία, τότε θα απειληθεί η ασφάλεια ολόκληρης της Ευρώπης. Και τα δύο επιχειρήματα μπορεί να είναι υπερβολικά, αλλά έχουν πλέον ριζώσει.
Επιπλέον, όσο περισσότερο διαρκεί ένας πόλεμος, τόσο περισσότερο συσσωρεύεται πικρία. Υπήρχαν κάποιες ενδείξεις πολύ νωρίς ότι Ουκρανία και Ρωσία ίσως έφταναν σε συμφωνία. Όμως, μετά τα γεγονότα στην Μπούτσα, οι Ουκρανοί έχασαν κάθε ενδιαφέρον για διαπραγμάτευση, θεωρώντας ότι δεν μπορούν να συνεννοηθούν με αυτούς που ευθύνονται για τέτοιες πράξεις. Το ίδιο συνέβη και έπειτα, με τη Μαριούπολη και άλλα γεγονότα.
Έτσι, η κατάσταση έγινε εξαιρετικά δύσκολη. Η προοπτική μιας ουκρανικής νίκης, όπως είχε αρχικά παρουσιαστεί, ουσιαστικά κατέρρευσε μετά την αποτυχία της αντεπίθεσης του 2023. Σήμερα φαίνεται να υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια: είτε μια σημαντική αλλαγή υπέρ της Ρωσίας λόγω του πολέμου φθοράς, είτε η συνέχιση του πολέμου φθοράς.
Η τρέχουσα ελπίδα είναι ότι μέσα σε περίπου ένα χρόνο και οι δύο πλευρές θα είναι αρκετά εξαντλημένες ώστε να αποδεχθούν μια λύση που κανείς δεν θα ήθελε να ονομάσει «Μινσκ 2», αλλά που θα μοιάζει με μια κατάπαυση του πυρός χωρίς οριστική διευθέτηση, δηλαδή μια σταδιακή κατάπαυση των εχθροπραξιών, λίγο παρόμοια με αυτό που συνέβη στη Γάζα.
Τραμπ και Πούτιν
Κατά την άποψή σας, ποιες θεμελιώδεις διαφορές διακρίνετε μεταξύ του Τραμπ και του Πούτιν;
Είναι πολύ διαφορετικοί. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες, αλλά αν δούμε τον πόλεμο στην Ουκρανία, για τον Πούτιν αποτελεί απόλυτα υπαρξιακό ζήτημα, είναι το σημαντικότερο στο οποίο έχει εμπλακεί εδώ και πολύ καιρό. Για τον Τραμπ, αντίθετα, είναι απλώς κάτι για το οποίο λέει ότι θα μπορούσε να το τερματίσει, ενώ στην πραγματικότητα ασχολείται παράλληλα με εκατοντάδες άλλα θέματα — από την τιμή των αυγών στην Αμερική μέχρι τον Τζέφρι Έπσταϊν, τη Γάζα ή τις προσπάθειες να διώξει τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Δεύτερον, ο Πούτιν είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός: μπορεί να είναι ψυχρός και λογικός, αλλά ταυτόχρονα κινείται σύμφωνα μια ιδεολογία κι έχει την τάση να παρασύρεται σε φαντασιώσεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι παραμένει πιο προσγειωμένος στην πραγματικότητα από τον Τραμπ.
Ο ΤΡΑΜΠ ΑΠΟΞΕΝΩΣΕ ΤΗΝ ΙΝΔΙΚΗ ΕΛΙΤ ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΑΚΙΣΤΑΝ-ΙΝΔΙΑΣ, ΟΤΑΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΑ ΕΥΣΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΝΤΑΣΕΩΝ, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΤΕΡΜΟΝΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΕΙΡΗΝΗΣ. ΟΤΑΝ Η ΙΝΔΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΝΑ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΡΑΜΠ, ΤΟΥΣ ΕΠΕΒΑΛΕ ΔΑΣΜΟΥΣ 50%. ΑΥΤΗ Η ΚΙΝΗΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΜΙΑ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ, ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΣΧΕΔΟΝ 20 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΣΤΕΝΟΤΕΡΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΙΝΔΙΑΣ ΚΑΙ ΗΠΑ.
Από την άλλη, ο Τραμπ έχει μια τάση να επινοεί καταστάσεις, τους δίνει ένα όνομα και μετά δηλώνει ότι πέτυχε ειρήνη ή ότι έλυσε κάποιο πρόβλημα. Στον Πούτιν, από την άλλη, όπως συμβαίνει με τους ηγέτες σε πόλεμο, ίσως να λένε αυτό που θέλει να ακούσει και να μην πληροφορείται πάντα τα κακά νέα από το μέτωπο. Αυτό συνέβη σε μεγάλο βαθμό πριν από την εισβολή του 2022. Παρ’ όλα αυτά, συνολικά νομίζω ότι είναι πιο ρεαλιστικός στις εκτιμήσεις του για την κατάσταση που αντιμετωπίζει.
Τελικά, όμως, υπάρχει μια βασική ομοιότητα, και πιθανότατα αυτή ήταν που έκανε τον Τραμπ να τον συμπαθεί, αφήνοντας κατά μέρος θεωρίες συνωμοσίας περί εκβιασμών.
Και οι δύο είναι αυταρχικοί ηγέτες από τη φύση τους. Ο Τραμπ είπε πρόσφατα −όχι για τον Πούτιν ειδικά, αλλά θα μπορούσε να ισχύει− ότι, όταν μιλάει, ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο στέκεται προσοχή. Και συγκεκριμένα πρόσθεσε «μακάρι και το δικό μου υπουργικό μου συμβούλιο να ήταν έτσι». Μπορεί να αστειευόταν, αλλά πίσω από το αστείο υπήρχε σοβαρή πρόθεση. Θαυμάζει τους ηγέτες που ασκούν απόλυτη εξουσία και θα ήθελε να κυβερνήσει την Αμερική με τον ίδιο τρόπο.
Υψηλή στρατηγική
Σε μια εποχή που η παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ αμφισβητείται τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, πώς θα μπορούσε να μοιάζει σήμερα μια συνεκτική αμερικανική υψηλή στρατηγική;
Νομίζω ότι υπάρχουν πολλές διαφωνίες πάνω σε αυτό. Υπάρχουν διαφορετικές και ανταγωνιστικές οπτικές. Μία από αυτές είναι η λεγόμενη «περιοριστική» (restrainer) σχολή σκέψης, η οποία υποστηρίζει ότι το μεγάλο λάθος της Αμερικής τα τελευταία περίπου 20 χρόνια ήταν η εμπλοκή της σε πάρα πολλούς εξωτερικούς πολέμους.
Το Ιράκ και το Αφγανιστάν ήταν μεγάλα λάθη, και σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι ΗΠΑ θα έπρεπε να αποσυρθούν από τον ρόλο του «παγκόσμιου αστυνομικού», να σταματήσουν να προσπαθούν να επιβάλουν μια φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη και να αποδεχτούν μια κατάσταση ισορροπίας δυνάμεων.
Θα έπρεπε να επικεντρωθούν περισσότερο στο Δυτικό Ημισφαίριο και στην ευημερία του ίδιου τους του λαού, για παράδειγμα σε ζητήματα όπως η μετανάστευση ή τα ναρκωτικά. Είναι μια συνεκτική κοσμοθεωρία, αν και δεν είμαι βέβαιος ότι θα ήταν ευπρόσδεκτη από τους συμμάχους των ΗΠΑ ή ότι τελικά θα ωφελούσε τις ίδιες τις ΗΠΑ.
Η δεύτερη οπτική είναι αυτό που θα ονομάζαμε «κοσμοθεωρία υπεροχής» (primacy worldview)», η οποία είναι πιο παραδοσιακή και αυτή που κυριάρχησε τόσο στους Ρεπουμπλικάνους όσο και στους Δημοκρατικούς τις δύο δεκαετίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Βασίζεται στην ιδέα ότι η Αμερική μπορεί να παραμείνει η παγκόσμια ηγεμονική δύναμη, η «δημιουργός των κανόνων», αξιοποιώντας ένα δίκτυο συμμαχιών, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και στην Ασία. Μέσα από αυτό το σύστημα, ο απολυταρχισμός θα περιοριστεί και οι φιλελεύθερες δημοκρατίες θα επικρατήσουν, με τις ΗΠΑ ως «πρώτη μεταξύ ίσων».
Η τρίτη οπτική είναι αυτό που αποκαλείται «προτεραιοποίηση» (prioritization). Υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να επιδιώκουν την πλήρη ηγεμονία παντού, αλλά να εξακολουθούν να έχουν παγκόσμια συμφέροντα. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η κορυφαία προτεραιότητα πρέπει να είναι η Ασία και η κορυφαία απειλή είναι η Κίνα. Και πρέπει να αφήσεις στους Ευρωπαίους να ισορροπήσουν τη Ρωσία στην Ευρώπη.
Αυτές είναι, λοιπόν, τρεις διακριτές κοσμοθεωρίες και, παραδόξως, όλες συνυπάρχουν μέσα στην κυβέρνηση Τραμπ και στον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος φαίνεται να αμφιταλαντεύεται ανάμεσά τους.
Εξετάζοντας βαθύτερα την υψηλή στρατηγική, σε ένα άρθρο του 2020 σημειώσατε ότι υπάρχουν ακόμη και ενδείξεις ότι η Ινδία μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο μιας επίσημης συμμαχίας με τις ΗΠΑ. Πέντε χρόνια αργότερα, ωστόσο, η Ινδία φαίνεται να κλίνει προς μια πιο έμμεση σύμπλευση με την Κίνα. Πιστεύετε ότι το αμερικανικό δόγμα «πρώτα η Αμερική» έχει γίνει εμπόδιο στην αποτελεσματική εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ;
Όχι, δεν νομίζω ότι η Ινδία θα συμμαχούσε με την Κίνα μόνο και μόνο επειδή έχουν μια εδαφική διαμάχη. Το 2021 σημειώθηκαν συγκρούσεις ανάμεσα σε ινδικές και κινεζικές δυνάμεις, με Ινδούς στρατιώτες να σκοτώνονται. Πιστεύω ότι εξακολουθούν να είναι πολύ καχύποπτοι απέναντι στην Κίνα.
Ωστόσο, πιστεύω ότι ο Τραμπ αποξένωσε την ινδική ελίτ μετά τη σύγκρουση Πακιστάν-Ινδίας, όταν προσπάθησε να πάρει τα εύσημα για τον τερματισμό των εντάσεων, στο πλαίσιο της ατέρμονης προσπάθειάς του να κερδίσει το Νόμπελ Ειρήνης. Αυτό ήταν γεωπολιτικά και εσωτερικά απαράδεκτο για την Ινδία, και ακόμη χειρότερα, όταν η ινδική κυβέρνηση αρνήθηκε να υιοθετήσει την αφήγηση Τραμπ, τους επέβαλε δασμούς 50%. Κάπως ατίμωσε τον Μόντι. Αυτή η κίνηση αποτέλεσε μια τεράστια γεωπολιτική ανατροπή, ανατρέποντας σχεδόν 20 χρόνια σταθερής στενότερης προσέγγισης μεταξύ Ινδίας και ΗΠΑ.
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΧΘΕΙ ΟΤΙ Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ ΔΕΙΧΝΕΙ ΠΩΣ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΛΑΪΚΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ. ΠΡΟΤΟΥ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΩΝ ΡΕΠΟΥΜΠΛΙΚΑΝΩΝ, ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ, ΠΟΣΟ ΜΑΛΛΟΝ ΝΙΚΗΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΑΠΕΔΕΙΞΕ ΟΤΙ ΥΠΗΡΧΕ ΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟ Ο ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΤΟΥ ΔΕΞΙΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΕΝΤΡΩΟΣ, ΑΛΛΑ Ο ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ, ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΠΟΛΩΜΕΝΗ ΕΠΟΧΗ.
Όταν ήμουν στο Δελχί, τον μήνα πριν από τις τελευταίες αμερικανικές προεδρικές εκλογές, είχα την εντύπωση ότι μεγάλο μέρος της ελίτ γύρω από τον Μόντι ανυπομονούσε για μια ενδεχόμενη επιστροφή του Τραμπ, πιστεύοντας ότι θα ήταν πολύ ευνοϊκός για την Ινδία και ότι η σχέση με τις ΗΠΑ θα γινόταν ακόμη στενότερη, επειδή και οι δύο ηγέτες είναι εθνικιστές και βρήκαν την ομάδα Μπάιντεν κάπως «ενοχλητική» σε ζητήματα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι, πίστευαν ότι ο Τραμπ θα ήταν ένας «αντι-κινεζικός ρεαλιστής», με τον οποίο θα μπορούσαν να συμμαχήσουν, αλλά αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Αμερικανική πολιτική
Όσον αφορά την εσωτερική πολιτική σκηνή, ενώ τα δημογραφικά στοιχεία φαίνονταν να ενισχύουν την επανεκλογή του Τραμπ, ένα χρόνο μετά τις 5 Νοεμβρίου, φαίνεται να στρέφονται υπέρ των αντιπάλων του, όπως του Ζοχράν Μαμντάνι, που ενσαρκώνει μια σοσιαλιστική, μεταναστευτική και φιλοπαλαιστινιακή ατζέντα. Πιστεύετε ότι αυτό σηματοδοτεί τη μείωση της ιδεολογικής ελκυστικότητας του Τραμπ;
Δεν θα υπερεκτιμούσα τη νίκη του Μαμντάνι, απλώς και μόνο επειδή συνέβη στη Νέα Υόρκη. Η Νέα Υόρκη δεν είναι ολόκληρη η χώρα. Είναι, βέβαια, ενδιαφέρον ότι ένας άνθρωπος όπως ο Μαμντάνι, ένας σοσιαλιστής, μπορεί να κερδίσει στην πρωτεύουσα του αμερικανικού καπιταλισμού και ότι ένας ακτιβιστής υπέρ των Παλαιστινίων μπορεί να επικρατήσει στην πιο εβραϊκή πόλη της Αμερικής. Και νομίζω μάλιστα ότι κέρδισε την πλειοψηφία των εβραϊκών ψήφων, ειδικά μεταξύ των νέων.
Παρότι αυτό έχει ενδιαφέρον, δεν πιστεύω ότι ο Μαμντάνι θα μπορούσε να γίνει πρόεδρος, επειδή δεν έχει γεννηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένα εθνικό αντίστοιχο παράδειγμα θα ήταν η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και είμαι πιο ανοιχτός από πολλούς συναδέλφους μου στην ιδέα ότι θα μπορούσε να γίνει υποψήφια των Δημοκρατικών και ίσως ακόμη και να κερδίσει την προεδρία.
Μέχρι τώρα η λογική λέει ότι κανένας Δημοκρατικός που δεν είναι κεντρώος δεν μπορεί να κερδίσει, λόγω της φύσης του αμερικανικού εκλογικού σώματος, και ότι πρέπει να επιλέξουν έναν κυβερνήτη: τον Τζος Σαπίρο στην Πενσιολβάνια, τον Πρίτσκερ στο Ιλινόις ή ίσως τον Νιούσομ στην Καλιφόρνια.
Όμως μπορεί να υποστηριχθεί ότι η νίκη του Τραμπ δείχνει πως ζούμε σε μια λαϊκιστική εποχή. Προτού κερδίσει την προεδρία των Ρεπουμπλικάνων, κανείς δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να είναι υποψήφιος, πόσο μάλλον νικητής, αλλά απέδειξε ότι υπήρχε ζήτηση για ένα νέο είδος πολιτικής. Είναι πιθανό ο διάδοχος του δεξιού λαϊκισμού να μην είναι ένας κεντρώος, αλλά ο αριστερός λαϊκισμός. Επομένως, ζούμε σε μια βαθιά πολωμένη εποχή.
Τι να περιμένουμε το 2026
Καθώς κοιτάζουμε το 2026, τι σας ανησυχεί περισσότερο σχετικά με την παγκόσμια πολιτική τροχιά; Και, δεύτερον, πιστεύετε ότι η «εποχή των ισχυρών ανδρών», για να σας παραπέμψω και στο βιβλίο σας, παραμένει καθοριστικό χαρακτηριστικό της εποχής μας;
Αν σκεφτούμε τα μεγάλα σοκ της εποχής μας, βλέπουμε ότι ήταν γεγονότα που κανείς δεν είχε προβλέψει στις αρχές της χρονιάς: η 11η Σεπτεμβρίου, η οικονομική κρίση του 2008 −την οποία ίσως κάποιοι να είχαν αντιληφθεί τον Μάρτιο, όταν η κατάσταση γινόταν ασταθής, αλλά μέχρι εκεί−, η νίκη του Τραμπ το 2016 −που έναν χρόνο νωρίτερα θα φαινόταν εντελώς απίθανη− ή η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία το 2022 − που, ακόμη και αν λίγοι τη διέβλεπαν μήνες πριν, παρέμενε έξω από το πλαίσιο όσων θεωρούσαμε πιθανά.
Άρα, το επόμενο μεγάλο σοκ πιθανότατα θα είναι κάτι που δεν έχουμε σκεφτεί. Αν πρέπει, όμως, να κοιτάξουμε αυτά που ήδη συζητούνται, μια κινεζική απειλή προς την Ταϊβάν είναι κάτι που πολλοί θεωρούν πιθανή, όμως όχι απαραίτητα μέσα στο επόμενο έτος, ίσως γύρω στο 2027.
Σε ό,τι αφορά την «εποχή των ισχυρών ανδρών», νομίζω ότι εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στη μέση της. Αν ο Τραμπ είχε χάσει το 2024 και είχε κερδίσει κάποιος πιο συμβατικός πολιτικός, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Αμερική δοκίμασε την πολιτική των ισχυρών ανδρών και την απέρριψε. Όμως τελικά επέστρεψε σε αυτήν.
Αν κοιτάξει κανείς τις άλλες μεγάλες δυνάμεις, βλέπει ότι η Κίνα είναι πιο εδραιωμένη από ποτέ, ο Πούτιν παραμένει στη Ρωσία χωρίς ουσιαστική φιλελεύθερη αντιπολίτευση, η Ινδία έχει τον Μόντι, το Ισραήλ τον Νετανιάχου. Το μόνο βέβαιο είναι πως κάποια στιγμή λόγω θνησιμότητας τα πράγματα θα αλλάξουν. Ο Τραμπ πλησιάζει τα 80, ο Νετανιάχου είναι επίσης γύρω στα 70, οπότε, αναπόφευκτα, θα υπάρξει μια «γενεαλογική αλλαγή», ίσως σε δέκα χρόνια, ίσως νωρίτερα. Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, άλλωστε, είναι ήδη 86 ετών.
Το πρόβλημα με τα συστήματα που στηρίζονται σε «ισχυρούς άνδρες» είναι ότι είναι εξαιρετικά κακά να διαχειρίζονται τις μεταβάσεις, επειδή για να είσαι «ισχυρός άνδρας», πρέπει να εξαλείψεις όχι μόνο κάθε εστία αντιπολίτευσης, αλλά και κάθε πιθανό διάδοχο.
Έτσι, αυτά τα συστήματα δεν μπορούν να διαχειριστούν πραγματικά τη διαδοχή. Και όταν τελικά αναγκάζονται να το κάνουν, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι οτιδήποτε: να αναλάβει ο στρατός, να αναδειχθεί ένας άλλος «ισχυρός άνδρας», ακόμα και να προκύψουν φιλελεύθερες δυνάμεις αλλαγής. Όλα αυτά είναι πιθανά.
Ολοκληρώνοντας και εξετάζοντας τα γεγονότα που βιώνουμε υπό το πρίσμα της παγκόσμιας ιστοριογραφίας, βλέπουμε την εμφάνιση μιας νέας παγκόσμιας τάξης ή την κατάρρευση της παλιάς;
Τείνουμε να αποκτούμε νέες παγκόσμιες τάξεις μόνο όταν συμβαίνει ένα μοναδικό, μετασχηματιστικό γεγονός που καθιστά σαφές πως κάτι καινούργιο έχει αρχίσει. Θα έλεγα ότι αυτό συνέβη μόνο τρεις φορές τα τελευταία εκατό χρόνια: πρώτον, με το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ήττα της Γερμανίας, δεύτερον, με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, την ίδρυση του ΟΗΕ και την ανάδυση των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης ως των δύο κυρίαρχων δυνάμεων και ,τρίτον, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989.
Έκτοτε έχουν συμβεί πολλά −η ιστορία, προφανώς, δεν τελείωσε−, αλλά δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως μια νέα, ξεκάθαρη διεθνής τάξη. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται ένα καθοριστικό γεγονός, όπου οι άνθρωποι θα πουν, «εντάξει, αναγνωρίζουμε ότι κάτι νέο αρχίζει». Αυτό μπορεί να συμβεί μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, αλλά δεν έχει συμβεί ακόμη.