Πώς οι Ρεπουμπλικανοί παύουν να είναι ερωτευμένοι με την Αμερική ΑΕ

Για τους Αμερικανούς διευθύνοντες συμβούλους των επιχειρήσεων, ιδεώδης πολιτικός είναι ο Ρομπ Πόρτμαν. Άνθρωπος ευφυής, λογικός και πεπειραμένος, υπηρέτησε ως επικεφαλής απεσταλμένος για τις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις και ως επικεφαλής των υπηρεσιών Προϋπολογισμού των ΗΠΑ, επί προεδρίας Τζορτζ Μπους υιού, από το 2001 έως το 2009, προτού εκλεγεί γερουσιαστής του Οχάιο πριν από μία δεκαετία. Το κακό με τον Ρ. Πόρτμαν είναι ένα: αποσύρεται. Επιλογή των Ρεπουμπλικανών για να αντικατασταθεί αποτελεί ο Τζ. Βανς – τον οποίο υποστηρίζει ο Ντόναλντ Τραμπ, ο πλέον πρόσφατος επικεφαλής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ο Τζ. Βανς αποκαλεί τις μεγάλες εταιρείες του τεχνολογικού κλάδου «εχθρούς του Δυτικού πολιτισμού», ενώ κατατάσσει την ελίτ των μάνατζερ «στο σύστημα» – του οποίου τα συμφέροντα είναι ανάθεμα για την καρδιά της Αμερικής.

Βέβαια το Δημοκρατικό Κόμμα, με την πιο αριστερόστροφη τάση που έχει, δεν παύει να είναι ο μόνιμος πονοκέφαλος για τις επιχειρήσεις – βρέθηκαν απροετοίμαστες τον Αύγουστο όταν η ελεγχόμενη από τους Δημοκρατικούς Γερουσία υπερψήφισε αύξηση του συντελεστή φορολόγησης των εταιρειών, καθώς και νέους περιορισμούς στην τιμολόγηση των φαρμάκων. Όπως όμως παρατηρεί υψηλό στέλεχος του χρηματοπιστωτικού τομέα, «το περιμένουμε να μας μισούν οι Δημοκρατικοί». Το καινούργιο είναι η περιφρόνηση που προκύπτει από τα δεξιά.

Παλιότερα, θυμάται με νοσταλγία λομπίστας, όταν πήγαινε σε γραφείο Ρεπουμπλικανού με μια εταιρεία, το βασικό ερώτημα ήταν: «Πώς θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε;» Αυτές οι ημέρες ανήκουν στο παρελθόν. Η προοπτική να σαρώσουν οι Ρεπουμπλικανοί στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και να ανακαταλάβουν τον Λευκό Οίκο το 2024 δεν δημιουργούν πλέον ρίγη ενθουσιασμού στις αίθουσες ΔΣ ανά την Αμερική. […] Παραδοσιακές κεντροδεξιές θέσεις οικονομικής ορθοδοξίας –υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου, υπέρ του ανταγωνισμού, εναντίον της εφαρμογής βιομηχανικής πολιτικής– μεταβάλλονται σε συνεχή ροή. Όσο όμως αλλάζει η στάση των Ρεπουμπλικανών απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις, το ίδιο αλλάζουν και οι τοποθετήσεις της αμερικανικής επιχειρηματικής κοινότητας.

Η στενή συνεργασία Ρεπουμπλικανών και επιχειρηματικού κόσμου είχε συμβάλει στη μορφοποίηση του αμερικανικού καπιταλισμού εδώ και δεκαετίες. Η στοχευμένη στην αναζήτηση κέρδους υποστήριξη του ελεύθερου εμπορίου διεθνώς και της ελεύθερης επιχειρηματικής δράσης στο εσωτερικό ταίριαζε ιδεωδώς με τα «πιστεύω» των ατομικών ελευθεριών και του αντικομμουνισμού των Ρεπουμπλικανών. Τη δεκαετία του 1990, ακόμη και ο Μπιλ Κλίντον και άλλοι Δημοκρατικοί υποστήριζαν νέες εμπορικές συμφωνίες, που έδιναν στις αμερικανικές πολυεθνικές πρόσβαση σε νέες αγορές και σε φθηνά εργατικά χέρια.

[Στην εποχή της προεδρίας Τραμπ] μια μεγάλη μείωση στον φόρο των εταιρειών υπήρξε το βασικό νομοθετικό επίτευγμα, το 2017, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί συνέχισαν να προσελκύουν σχεδόν τα 2/3 των δαπανών από συνδέσμους πολιτικής δράσης (PACs) που στηρίζουν οικονομικά πολιτικούς για τη διεκδίκηση της νίκης σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Πλην όμως, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κάνει την πολιτική του εκστρατεία βασιζόμενος στην αίσθηση των κοινών Αμερικανών ότι οι εξελίξεις τούς προσπερνούσαν. Τα στελέχη των επιχειρήσεων που ήλπιζαν ότι τη φλογερή του προεκλογική ρητορική θα τη φρέναρε μια προεδρική επιφυλακτικότητα βρέθηκαν αντιθέτως αντιμέτωπα με τον εμπορικό του πόλεμο με την Κίνα, με τους περιορισμούς στη μετανάστευση και τις αμφιλεγόμενες απόψεις του σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή ή οι φυλετικές διακρίσεις. Οι κορυφαίοι των επιχειρήσεων αισθάνθηκαν την ανάγκη να αντιταχθούν δημόσια σε παρόμοιες πολιτικές θέσεις Τραμπ, πράγμα που σόκαρε πολλούς από τους εργαζομένους και από τους πελάτες τους.

Μετά την ήττα του Ντόναλντ Τραμπ από τον Τζο Μπάιντεν, οι επιχειρήσεις διερωτήθηκαν μήπως η παλιά τους συμμαχία με τους Ρεπουμπλικανούς θα μπορούσε πλέον να αποκατασταθεί. Τον Ιούλιο, 17 Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές ψήφισαν υπέρ νομοσχεδίου που προβλέπει μεταξύ άλλων επιδοτήσεις 52 δισ. δολαρίων ώστε να υπάρξει καλύτερος ανταγωνισμός με την Κίνα στην παραγωγή ημιαγωγών – πράγμα που κατασκευαστές όπως η Intel φυσικά χειροκρότησαν. Τον δε Αύγουστο, σχεδόν όλοι οι Ρεπουμπλικανοί αντιτάχθηκαν στο νομοσχέδιο (ύψους 700 δισ. δολαρίων) για το κλίμα και την υγειονομική περίθαλψη, το οποίο αυξάνει τη φορολογία των μεγάλων επιχειρήσεων και δίνει στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να παζαρεύει με τις φαρμακευτικές για την τιμή ορισμένων συνταγογραφούμενων φαρμάκων.

Πλην όμως, αυτή η φιλοεπιχειρηματική επαναφορά κρύβει μια βαθύτερη μεταβολή. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει πλέον προσελκύσει περισσότερους ψηφοφόρους από την εργατική τάξη – εξέλιξη που επιταχύνθηκε από την προθυμία του Ντ. Τραμπ να προτάσσει (στους λόγους, αν και όχι πάντα στην πράξη) τα συμφέροντα των Αμερικανών εργατών σε σχέση με εκείνα των αμερικανικών πολυεθνικών […]. Το αποτέλεσμα: αυξανόμενη ρεπουμπλικανική στήριξη σε πολιτικές επιλογές εχθρικές προς την «Αμερική ΑΕ». Και τούτο, ενώ δεξιοί μαχητικοί υποστηρικτές –που παγίως ανήκουν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα– βλέπουν τις διαχωριστικές γραμμές με τη φιλοεπιχειρηματική στάση των ευπόρων μάνατζερ.

Πώς οι Πράσινοι και η «Γερμανία ΑΕ» κατορθώνουν να συνυπάρξουν δημιουργικά

Αν οι Γερμανοί επέλεγαν τον καγκελάριό τους με άμεση ψηφοφορία, τότε θα ψήφιζαν –αυτό δείχνει πρόσφατη δημοσκόπηση– υπέρ του Ρόμπερτ Χάμπεκ, του υπουργού Οικονομίας στην κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον (Σοσιαλδημοκράτη) Όλαφ Σολτς. Ο Ρ. Χάμπεκ και η Αναλένα Μπέρμποκ, νυν υπουργός Εξωτερικών, αμφότεροι προερχόμενοι από τους Πρασίνους, σταθερά προηγούνται στις έρευνες της κοινής γνώμης. Ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι Πράσινος.

Πριν από δέκα χρόνια, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σενάριο φρίκης για τις γερμανικές επιχειρήσεις. Θεωρούσαν τους Πράσινους ένα κόμμα απαγορεύσεων (Verbotspartei) – ανθρώπων που ζούσαν σε μια μη ρεαλιστική Πράσινη Ουτοπία, χωρίς μηχανές εσωτερικής καύσης και χωρίς πτήσεις μικρών αποστάσεων. Οι επικεφαλής των επιχειρήσεων δεν μιλούσαν στο κόμμα αυτό – και το κόμμα αγνοούσε τους προβληματισμούς τους.

Από τότε, όμως, οι Πράσινοι συμμετέχουν σε όλο και περισσότερες κυβερνήσεις συνασπισμού, ενώ αξιοπαρατήρητο είναι ότι αυτό παρατηρείται ιδίως σε Laender της βιομηχανικής καρδιάς της Γερμανίας […]. Η συμμετοχή στη διακυβέρνηση έχει καταστήσει τους Πρασίνους λιγότερο ουτοπικούς. Έχουν επαναπροσδιορίσει τον εαυτό τους, περισσότερο ως συμμάχους παρά ως αντιπάλους της γερμανικής επιχειρηματικότητας. Τον βασικό τους στόχο –να γίνει η Γερμανία ουδέτερη στις εκπομπές άνθρακα μέσα σε μια 20ετία– τον συμμερίζονται οι περισσότερες εταιρείες σήμερα.

Στο «σύμφωνο με τη βιομηχανία» που συνήψε πέρσι η Α. Μπέρμποκ όταν έκανε καμπάνια για την καγκελαρία είχε περιληφθεί πρόταση για επιχορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις εκείνες που μειώνουν τις καθαρές εκπομπές άνθρακα στο μηδέν – και που διατηρούν την παραγωγή τους σε γερμανικό έδαφος. «Τώρα πλέον, συναντά κανείς σοβαρή οικονομική αξιοπιστία στο Κόμμα των Πρασίνων», εξηγεί ο Μαρσέλ Φράτσερ, επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών. Ο Ντανιάλ Μπαγιάζ, υπουργός Οικονομικών στο Land της Βάδης-Βυρτεμβέργης από τους Πρασίνους, δούλευε προηγουμένως στην Boston Consulting. Το 2018, η Κέρστιν Αντρέ (οικονομολόγος που είχε επιλεγεί βουλευτής με τους Πράσινους) δημιούργησε για το Κόμμα «οικονομικό συμβούλιο», με μέλη μεταξύ άλλων τον διευθύνοντα σύμβουλο της BASF Mάρτιν Μπρουντερμίλερ και του Ομίλου Swarz (των Lidl) Γκέρντ Χριζανόφσκι. Στο περσινό Συνέδριο των Πρασίνων, ομιλητής ήταν ο Τζο Κάιζερ, πρώην επικεφαλής της Siemens.

Σε αντίθεση με τους παλιότερους Πρασίνους, ο Ρόμπερτ Χάμπεκ γνωρίζει να ακούει. Σε αντίθεση με τον Όλαφ Σολτς, γνωρίζει και να μιλάει. Αν λοιπόν οδηγήσει με επιτυχία τη γερμανική οικονομία διά μέσου του χειμώνα (οπότε μπορεί η Ρωσία να διακόψει την παροχή φυσικού αερίου σε αντίποινα για τις κυρώσεις της ΕΕ λόγω του πολέμου στην Ουκρανία), τότε οι γερμανικές επιχειρήσεις μπορεί να τον ανακαλύψουν και ως καλό καγκελάριο για το μέλλον.