Τουλάχιστον 3 χαρακτήρες

ΑΦΑΝΕΣ ΧΡΕΟΣ: ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΒΟΥΝΟΥ

Αφανές χρέος: το κρυφό τμήμα του παγόβουνου
Ο Πλάτωνας Τήνιος εξηγεί γιατί το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας διαμορφώνεται από το δημόσιο χρέος, το παγόβουνο στον ορίζοντα

Είναι αυτό που, κάθε χρόνο, πριν αρχίσουμε καν να δουλεύουμε, δεσμεύει δυσθεώρητα τμήματα της παραγωγής προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι τόκοι. Η συσσώρευση χρέους οδήγησε στη χαμένη δεκαετία του 2010. Η ρύθμιση του χρέους επέτρεψε να αναθαρρήσουμε και να ξαναβρούμε τον δρόμο για την ανάπτυξη. Έτσι, αν και η Ελλάδα έχει σαφώς υψηλότερο χρέος από την Ιταλία, για εμάς αποτελεί μικρότερο εμπόδιο: δεν έχουμε το άγχος αναχρηματοδότησης, ενώ τα ποσά που δεσμεύονται κάθε χρόνο είναι γνωστά, προβλέψιμα, και συνεπώς διαχειρίσιμα.

Η ευνοϊκή αυτή εικόνα έχει ημερομηνία λήξης, το 2032. Όταν έγινε η ρύθμιση το 2018, εκτιμήθηκε ότι αυτός θα ήταν ικανός χρόνος για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας, μετά την οποία το χρέος θα ήταν βιώσιμο. Το ότι στο χρέος του 2018 προστέθηκαν (όπως και σε άλλες χώρες) επιπλέον ποσά για την πανδημία καθιστά το θέμα της ανάταξης –και το παράθυρο χρόνου ως το 2032– ακόμα πιο επιτακτικό.

Το δημόσιο χρέος και η εξυπηρέτησή του προκύπτει από ρητές νομικές υποχρεώσεις, που υπαγορεύουν την ετήσια ροή της δημοσιονομικής αφαίμαξης. Το ίδιο κρίσιμο συστατικό, η υποθήκευση της ετήσιας παραγωγής, βρίσκεται και αλλού. Υπάρχουν μελλοντικές δεσμεύσεις που, αν και αφανείς, είναι γνωστές, δεδομένες, και μπορούν να υπολογιστούν σήμερα − φτάνει κανείς να ψάξει. Εκτείνονται σε βάθος χρόνου και είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν εκροές πόρων αντίστοιχες με την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους. Η συσσώρευση τέτοιων υποχρεώσεων συναπαρτίζει ένα αφανές χρέος, που συνοδεύει, συμπληρώνει και πολλαπλασιάζει το εμφανές. Όπως στα παγόβουνα, το αόρατο τμήμα κάτω από την επιφάνεια είναι μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο από αυτό που φαίνεται να πλησιάζει.

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

Η διαφορά μεταξύ αφανούς και εμφανούς χρέους έγκειται στη νομική μορφή της απαίτησης: το δημόσιο χρέος είναι συμβολαιοποιημένο και, θεωρητικά τουλάχιστον, νομικά απαιτητό. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το αφανές χρέος, χωρίς να έχουν την ίδια νομική κατοχύρωση, δεν είναι λιγότερο πιεστικές στην πράξη. Τον Ιούνιο 2015 η τότε κυβέρνηση προτίμησε να καταβάλει τις συντάξεις παρά να αποπληρώσει τη δόση προς το ΔΝΤ· δηλαδή απέδωσε προτεραιότητα στην ηθική δέσμευση προς τους συνταξιούχους από την ισχυρότερη δυνατή νομική απαίτηση. Η φύση της πολιτικής πιθανότατα καθιστά το πολιτικό κόστος της αθέτησης μιας αφανούς υποχρέωσης συχνά πιο δυσβάστακτο από τις νομικές κυρώσεις μιας δανειακής σύμβασης.

Έχει, λοιπόν, σημασία να γνωρίζουμε τις πηγές του αφανούς χρέους. Το χρέος αυτό συνίσταται σε οποιαδήποτε μελλοντική υποχρέωση έχει ήδη αναληφθεί από το δημόσιο. Η πιο γνωστή πηγή είναι η κοινωνική ασφάλιση. Όταν συνεισφέρει ένας νέος στο σύστημα συντάξεων, κατοχυρώνει απαίτηση πληρωμής δεκαετίες αργότερα. Αν η εισφορά γίνεται προς ιδιωτικό σύστημα κεφαλαιοποιητικής σύνταξης, η υποχρέωση αντισταθμίζεται από κεφάλαια από τα οποία θα καταβληθεί η σύνταξη. Αν, όμως, οι εισφορές κατευθύνονται προς δημόσιο σύστημα, η μελλοντική υποχρέωση δεν καταγράφεται. Αυτό, μάλιστα, παρά το ότι κατοχυρώνεται από τους νόμους της κοινωνικής ασφάλισης.

Το χαρακτηριστικό αυτό –δηλαδή η ανέξοδη υποσχεσιολογία–«αξιοποιήθηκε» από γενεές πολιτικών, των οποίων οι προεκλογικές παροχές συσσωρεύονταν επί χρόνια χωρίς να φαίνονται. Όταν το πρόβλημα ήλθε στην επιφάνεια, περί το 2010, τα μνημόνια δεν μπορούσαν πια να αποφευχθούν.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΑΦΑΝΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΕΞΑΡΣΗ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΧΡΕΟΥΣ – ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 2030.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Αλλά δεν είναι μόνο οι συντάξεις που δημιουργούν αφανές χρέος. Αυτό προκύπτει από οποιαδήποτε μακροχρόνια υποχρέωση είναι γνωστή από σήμερα χωρίς να αντισταθμίζεται από πρόβλεψη για μέτρα. Τέτοιες είναι συχνές στα περιβαλλοντικά: στα λιγνιτικά πεδία οι δαπάνες αποκατάστασης ακολουθούν την εξάντληση των κοιτασμάτων. Το σημερινό κόστος παραγωγής θα έπρεπε να επιβαρυνθεί με προβλέψεις για το κόστος αποκατάστασης.

Αντίστοιχα, ένα πυρηνικό εργοστάσιο απαιτεί τεράστια ποσά για απεγκατάσταση και αποθήκευση αποβλήτων μετά το τέλος παραγωγής. Ενώ το κόστος, ανά GW, υπολογίζεται στη Βρετανία ως €2.7 δισ. και στη Γερμανία ως €1,4 δισ., η Γαλλία, με πολύ μεγαλύτερη εγκατεστημένη ισχύ, το υπολογίζει ως €300 εκατ. μόνον, ενώ είναι αβέβαιο σε ποιο βαθμό έχει ληφθεί μέριμνα ακόμα και γι’ αυτό το μικρότερο ποσό. Τέλος, η διαφύλαξη ασφάλειας στους σιδηρόδρομους απαιτεί μακρόχρονη πορεία επενδύσεων με ελάχιστες αποδόσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΣΕ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΝΕΩΝ ΠΡΟΚΛΗΣΕΩΝ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, καταθέτει τη γνώμη του σχετικά με την εικόνα…

Σε όλα αυτά, όπως και στις συντάξεις, η εθελοτυφλία για το μέλλον επιτρέπει μια αμέριμνη και άνετη ζωή (με πολύ χαμηλότερη τρέχουσα επιβάρυνση) σήμερα. Αυτό όμως γίνεται σε βάρος των μελλοντικών γενεών – που θα πληρώσουν το κόστος μαζεμένο, όταν αυτό εμφανιστεί.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το θέμα δημιουργείται αφού η ίδια ετήσια παραγωγή, το ΑΕΠ, εξυπηρετεί τόσο το εμφανές όσο και το αφανές χρέος. Για να αποφευχθεί η καταστροφή, απαιτείται μακροχρόνιος δημοσιονομικός προγραμματισμός, που να περιλαμβάνει και τα δύο. Χρειάζεται μια «λογιστική υποχρεώσεων», η οποία καταγράφει με συμβατό και συγκρίσιμο τρόπο όλες τις υποχρεώσεις οι οποίες εισέρχονται στο αφανές χρέος, τόσο στο σύνολο, όσο και στην αναμενόμενη χρονική ροή τους.

ΜΕΤΑ ΤΟ 2030

Το πρόβλημα για την Ελλάδα είναι ότι οι τρεις πηγές αφανών υποχρεώσεων θα είναι σε έξαρση ακριβώς την εποχή που τελειώνει η ρύθμιση του εθνικού χρέους – αρχές της δεκαετίας του 2030: οι δαπάνες της γήρανσης του πληθυσμού −συντάξεις, περίθαλψη και μακροχρόνιας φροντίδας− εξαρτώνται από τη δημογραφία που επιδεινώνεται τότε δραματικά. Οι δεσμεύσεις για απολιγνιτοποίηση συνεπάγονται μεγαλύτερα περιβαλλοντικά έξοδα την ίδια περίπου εποχή, ενώ τα Τέμπη υπενθυμίζουν τεράστιες εκκρεμότητες στις επενδύσεις για τον σιδηρόδρομο.

Τι σημαίνει αυτό για σήμερα; Kαθώς το παγόβουνο πλησιάζει, το χειρότερο θα ήταν να εστιάσουμε μόνο σε όσα φαίνονται και να ελπίζουμε ότι τα υπόλοιπα θα εξαφανιστούν. Η αξιοποίηση του παράθυρου ευκαιρίας για ανάταξη της οικονομίας που μας χάρισε η ρύθμιση γίνεται έτσι ακόμη πιο επιτακτική. Καθώς ατενίζουμε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας, πρέπει να συνειδητοποιήσου- με ότι το ένα τρίτο του διαθέσιμου χρόνου που είχαμε ως το 2032 έχει ήδη παρέλθει. Ο υπόλοιπος χρόνος που απομένει πρέπει να χωρέσει, εκτός από τις μεταρρυθμίσεις που αναβλήθηκαν, και τη διαχείριση των αφανών υποχρεώσεων.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2024

Οικονομική Επιθεώρηση / Tεύχος 1039
ΓΙΝΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ